43 αποτελέσματα για «貯»
貯める ためる
ρήμα
- 01 αποταμιεύω, συγκεντρώνω χρήματα
貯金 ちょきん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποταμίευση, οικονομίες, κατάθεση (π.χ. σε τράπεζα)
- 02 συσωρευμένος πλεονασματικός αριθμός νικών, νίκες στο ενεργητικό
貯まる たまる
ρήμα
- 01 συγκεντρώνομαι, αποταμιεύομαι (για χρήματα)
貯蔵 ちょぞう N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποθήκευση, συντήρηση, στοκάρισμα, συσσώρευση αποθεμάτων
- 02 θησαυρισμός (αγαθών ή χρημάτων χωρίς παραγωγική χρήση)
貯蓄 ちょちく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποταμίευση
貯蔵庫 ちょぞうこ
ουσιαστικό
- 01 αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος, σιλό
貯金箱 ちょきんばこ
ουσιαστικό
- 01 κουμπαράς
貯水池 ちょすいち
ουσιαστικό
- 01 ταμιευτήρας
貯水 ちょすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποθήκευση νερού
貯水槽 ちょすいそう
ουσιαστικό
- 01 δεξαμενή νερού
貯蔵室 ちょぞうしつ
ουσιαστικό
- 01 αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος
貯蔵所 ちょぞうしょ
ουσιαστικό
- 01 αποθήκη
貯金通帳 ちょきんつうちょう
ουσιαστικό
- 01 βιβλιάριο καταθέσεων
貯留 ちょりゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συσσώρευση (π.χ. νερού), συγκράτηση, αποθήκευση, συλλογή, δέσμευση (π.χ. διοξειδίου του άνθρακα)
貯金を下ろす ちょきんをおろす
άλλο, ρήμα
- 01 κάνω ανάληψη των αποταμιεύσεών μου
貯蔵タンク ちょぞうタンク
ουσιαστικό
- 01 δεξαμενή αποθήκευσης
貯水量 ちょすいりょう
ουσιαστικό
- 01 ποσότητα αποθηκευμένου νερού
貯金帳 ちょきんちょう
ουσιαστικό
- 01 βιβλιάριο καταθέσεων
貯蔵品 ちょぞうひん
ουσιαστικό
- 01 προμήθειες, απόθεμα, αποθηκευμένα αγαθά
貯水場 ちょすいじょう
ουσιαστικό
- 01 δεξαμενή νερού, εγκατάσταση αποθήκευσης νερού