91 αποτελέσματα για «買»

買う かう N5

ρήμα

  1. 01 αγοράζω
  2. 02 εκτιμώ (ιδιαίτερα), έχω σε μεγάλη υπόληψη, αναγνωρίζω
  3. 03 προκαλώ (π.χ. την οργή, τη δυσαρέσκεια κάποιου), αποσπώ (π.χ. χλευασμό), επισύρω (π.χ. την περιφρόνηση), διεγείρω, κερδίζω (π.χ. την εύνοια κάποιου)
  4. 04 αποδέχομαι, αναλαμβάνω
  5. 05 πληρώνω για (π.χ. πόρνη, γκέισα)
買い物 かいもの N5

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψώνια, αγορές, αγορασμένα είδη
買い取る かいとる

ρήμα

  1. 01 αγοράζω, εξαγοράζω
買い出し かいだし

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδος για ψώνια, πηγαίνω για ψώνια
  2. 02 αγορά σε μεγάλη ποσότητα, αγορά χονδρικής, μαζική αγορά
買い かい

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά, ψώνια
  2. 02 αγοραστής
  3. 03 αγορά
買収 ばいしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξαγορά (ειδικά εταιρική), εξαγορά επιχείρησης, κατάληψη ελέγχου, αγορά
  2. 02 δωροδοκία, εξαγορά συνείδησης, διαφθορά
買い込む かいこむ

ρήμα

  1. 01 αγοράζω σε μεγάλη ποσότητα, προμηθεύομαι, στοκάρω
買って出る かってでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω εκούσια, προσφέρομαι, καταπιάνομαι, προτείνω (να κάνω κάτι)
買いかぶる かいかぶる

ρήμα

  1. 01 υπερεκτιμώ, θεωρώ κάποιον πολύ καλύτερο από ό,τι είναι, δίνω υπερβολική αξία σε κάποιον
買い食い かいぐい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγορά και κατανάλωση σνακ ή γλυκών (κυρίως για παιδιά), τσιμπολόγημα μεταξύ των γευμάτων
買い求める かいもとめる

ρήμα

  1. 01 αγοράζω
買い手 かいて

ουσιαστικό

  1. 01 αγοραστής
買い占める かいしめる

ρήμα

  1. 01 αγοράζω όλο το απόθεμα
買取 かいとり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγορά, εξαγορά
  2. 02 αγορά μεταχειρισμένων ειδών από εταιρεία, ανταλλαγή, επαναγορά
  3. 03 αγορά με όρο μη επιστροφής προϊόντων
  4. 04 καταβολή εφάπαξ ποσού, σταθερή αμοιβή
買い付け かいつけ

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά (σε μεγάλες ποσότητες), χονδρική αγορά, προμήθεια
  2. 02 συνήθης (κατάστημα, προμηθευτής), τακτικός, αγαπημένος (μάρκα, κατάστημα)
買い集める かいあつめる

ρήμα

  1. 01 αγοράζω τα πάντα, συγκεντρώνω αγοράζοντας
買い与える かいあたえる

ρήμα

  1. 01 αγοράζω κάτι ως δώρο
買い戻す かいもどす

ρήμα

  1. 01 αγοράζω πίσω, εξαγοράζω
買い足す かいたす

ρήμα

  1. 01 αγοράζω επιπλέον ποσότητα (κάποιου πράγματος)
買い上げる かいあげる

ρήμα

  1. 01 αγοράζω (από κυβέρνηση, δημόσιο οργανισμό κ.λπ. από ιδιώτη), πραγματοποιώ αγορά
  2. 02 εξαγοράζω ολόκληρο το απόθεμα (κάποιου πράγματος)