99 αποτελέσματα για «起»

起きる おきる N5

ρήμα

  1. 01 σηκώνομαι, φουντώνω (για φωτιά)
  2. 02 ξυπνάω, είμαι ξύπνιος, μένω ξύπνιος
  3. 03 συμβαίνω (συνήθως για δυσάρεστα γεγονότα), γίνομαι, λαμβάνω χώρα
起こす おこす N4

ρήμα

  1. 01 σηκώνω, ανυψώνω, στήνω, μαζεύω
  2. 02 ξυπνάω, αφυπνίζω
  3. 03 προκαλώ, επιφέρω, οδηγώ σε, πυροδοτώ, δημιουργώ, παράγω (π.χ. θερμότητα, ηλεκτρισμό)
  4. 04 ξεκινάω, αρχίζω, εκτοξεύω, ιδρύω, εγκαθιστώ, ανοίγω
  5. 05 οργώνω, καλλιεργώ (το έδαφος)
  6. 06 παθαίνω (αρρώστια), αρρωσταίνω με
  7. 07 μεταγράφω, καταγράφω, σημειώνω (όσα λέγονται)
  8. 08 αναποδογυρίζω (μια κάρτα), γυρίζω (μια κάρτα)
起こる おこる N3

ρήμα

  1. 01 συμβαίνω, γίνομαι
起き上がる おきあがる

ρήμα

  1. 01 σηκώνομαι, ανασηκώνομαι, κάθομαι όρθιος
起動 きどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκκίνηση, έναρξη, ενεργοποίηση, θέση σε λειτουργία (π.χ. κινητήρα, υπολογιστή), εκτόξευση
起伏 きふく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κυματισμός, ανάγλυφο
  2. 02 διακυμάνσεις, σκαμπανεβάσματα
起床 きしょう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφύπνιση, έγερση, σηκώνομαι από το κρεβάτι
起源 きげん N3

ουσιαστικό

  1. 01 προέλευση, αρχή, πηγή
起立 きりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 όρθια στάση, έγερση
起つ たつ

ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω δράση, ενεργώ, σηκώνομαι (όρθιος), δραστηριοποιούμαι
起点 きてん N1

ουσιαστικό

  1. 01 αφετηρία, σημείο εκκίνησης
起因 きいん

ρήμα, ουσιαστικό

  1. 01 προκύπτω, οφείλομαι, πηγάζω
  2. 02 αιτία, αφετηρία
起き出す おきだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 σηκώνομαι από το κρεβάτι, σηκώνομαι
起こし おこし

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπτυξη, αναζωογόνηση
  2. 02 όρθωση, σήκωμα
  3. 03 αφύπνιση, ξύπνημα
  4. 04 όργωμα ορυζώνα
  5. 05 τράβηγμα κάρτας από την τράπουλα
起こりうる おこりうる

άλλο

  1. 01 δύναμαι να συμβεί, πιθανός να εκδηλωθεί
起訴 きそ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δίωξη, ποινική δίωξη, κατηγορία, απαγγελία κατηγορίας
起爆 きばく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάφλεξη, πυροδότηση, έναυση, ενεργοποίηση, έκρηξη
起死回生 きしかいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανάσταση από το χείλος του θανάτου, ανάρρωση από μια απελπιστική κατάσταση, ανάνηψη, αναζωογόνηση
起用 きよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διορισμός (σε θέση, εργασία, κ.λπ.), ανάθεση ρόλου, προαγωγή
起き抜け おきぬけ

ουσιαστικό

  1. 01 αμέσως μόλις ξυπνήσει κανείς, το πρώτο πράγμα μετά το ξύπνημα