32 αποτελέσματα για «里»
里 さと
ουσιαστικό
- 01 χωριό, οικισμός
- 02 ύπαιθρος, επαρχία
- 03 πατρικό σπίτι, ιδιαίτερη πατρίδα
- 04 καταγωγή, ανατροφή, παρελθόν
里 り
ουσιαστικό
- 01 ρι, παλαιά ιαπωνική μονάδα μέτρησης απόστασης, περίπου 3,927 χλμ. ή 2,44 μίλια
- 02 γειτονιά, συνοικία (υπό το σύστημα ριτσουριό, αρχικά 50 σπίτια)
- 03 μονάδα μέτρησης επιφάνειας, περίπου 654 επί 654 μέτρα
里帰り さとがえり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιστροφή στο πατρικό σπίτι (αρχικά για παντρεμένα άτομα), επίσκεψη στους γονείς (για παρατεταμένη διαμονή)
- 02 πρώτη επίσκεψη της νύφης στους γονείς της μετά τον γάμο
- 03 επιστροφή (αντικειμένου που βρισκόταν για καιρό στο εξωτερικό ή σε δανεισμό)
- 04 προσωρινή επιστροφή στο σπίτι (για υπηρέτη)
里親 さとおや
ουσιαστικό
- 01 ανάδοχος γονέας
- 02 (κατοικίδιου) φροντιστής
里子 さとご
ουσιαστικό
- 01 θετό παιδί
- 02 υιοθετημένο ζώο (π.χ. κατοικίδιο)
里芋 さといも
ουσιαστικό
- 01 κολοκάσι, εδό
里人 さとびと
ουσιαστικό
- 01 χωρικός, κάτοικος χωριού, άνθρωπος της υπαίθρου
里村 さとむら
ουσιαστικό
- 01 χωριό
里心 さとごころ
ουσιαστικό
- 01 νοσταλγία για την πατρίδα, νοσταλγία
里山 さとやま
ουσιαστικό
- 01 ημιαστικό δάσος κοντά σε κατοικημένη περιοχή
- 02 οικιστικό πρότυπο διαβίωσης σε ορεινές κοιλάδες με καλλιέργεια των χαμηλότερων πλαγιών
里程 りてい
ουσιαστικό
- 01 απόσταση σε μίλια, απόσταση
里方 さとかた
ουσιαστικό
- 01 οικογένεια της συζύγου, συγγενείς της νύφης
里桜 さとざくら
ουσιαστικό
- 01 οποιαδήποτε ποικιλία ασιατικής κερασιάς που κατάγεται από την κερασιά Οσίμα
里帰り出産 さとがえりしゅっさん
ουσιαστικό
- 01 επιστροφή στο πατρικό σπίτι για τον τοκετό, γέννα στο σπίτι των γονέων
里内裏 さとだいり
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικό ανάκτορο που χτίστηκε προσωρινά εκτός του μεγάλου αυτοκρατορικού παλατιού (περίοδος Χεϊάν)
里程標 りていひょう
ουσιαστικό
- 01 χιλιομετρικός δείκτης, ορόσημο
里神楽 さとかぐら
ουσιαστικό
- 01 παράσταση σατοκάγκουρα που πραγματοποιείται σε χώρο εκτός του αυτοκρατορικού παλατιού
里数 りすう
ουσιαστικό
- 01 απόσταση σε μίλια, απόσταση
里地 さとち
ουσιαστικό
- 01 ορεινό χωριό (περιοχή)
里道 りどう
ουσιαστικό
- 01 δημόσιος δρόμος χωρίς νομική κατοχύρωση (συχνά τέτοιος που δεν υφίσταται πλέον φυσικά)