36 αποτελέσματα για «鈍»

鈍い にぶい N2

επίθετο

  1. 01 αμβλύς, στομωμένος (π.χ. μαχαίρι)
  2. 02 βραδύνους, αμβλύνοος, χαζός
  3. 03 αχνός, θαμπός (π.χ. ήχος, χρώμα, φως)
  4. 04 αργός, νωθρός, αδρανής, ληθαργικός
  5. 05 αναίσθητος, αμβλύς (π.χ. αντανακλαστικά), αδιάφορος, άσπλαχνος
鈍る にぶる N1

ρήμα

  1. 01 στομώνω, αμβλύνομαι
  2. 02 γίνομαι λιγότερο ικανός, εξασθενώ, κάμπτομαι
鈍感 どんかん N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αναίσθητος, αμβλύς, αργοκίνητος, αναίσθητος στον πόνο
鈍い音 にぶいおと

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 θαμπός ήχος, υπόκωφος ήχος
鈍器 どんき

ουσιαστικό

  1. 01 αμβλύ όπλο
鈍重 どんじゅう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βραδυνούστατος, δυσκίνητος, φλεγματικός, απαθής, αργόστροφος
  2. 02 αργός, νωθρός
鈍色 にびいろ

ουσιαστικό

  1. 01 σκούρο γκρι
  2. 02 ντοντζίκι (κληρικό ένδυμα)
鈍痛 どんつう

ουσιαστικό

  1. 01 αμβλύς πόνος, βουβός πόνος
鈍間 のろま

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ανόητος, χαζός, βλάκας, καθυστερημένος, αργοκίνητος, αργοπορημένος
どん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αμβλύς, νωθρός, ανόητος, βραδυκίνητος
鈍足 どんそく

ουσιαστικό

  1. 01 βραδυκίνητος
鈍化 どんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξασθένιση, επιβράδυνση
鈍くさい どんくさい

επίθετο

  1. 01 αργός, αδέξιος, βραδύνους, ανόητος
鈍臭い のろくさい

επίθετο

  1. 01 εκνευριστικά αργός
鈍行 どんこう

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό τρένο, αργό τρένο
鈍磨 どんま

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αμβλύνομαι, στομώνω (για μαχαίρι, για το πνεύμα κάποιου κ.ά.), γίνομαι αμβλύς
鈍らす にぶらす

ρήμα

  1. 01 αμβλύνω, στομώνω, εξασθενώ
鈍麻 どんま

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μουδιάζω, γίνομαι αναίσθητος
鈍刀 どんとう

ουσιαστικό

  1. 01 αμβλύ σπαθί, στομωμένο σπαθί
鈍い のろい N2

επίθετο

  1. 01 βραδυνούς, αμβλύς, χαζός
  2. 02 αργός, νωθρός, αδρανής, ληθαργικός
  3. 03 επιεικής (ιδιαίτερα προς το αντίθετο φύλο), τρυφερός