229 αποτελέσματα για «音»

おと N4

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος, θόρυβος
  2. 02 νότα
  3. 03 φήμη
おん N3

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος, θόρυβος
  2. 02 φωνητικός ήχος
  3. 03 κινεζικής προέλευσης ανάγνωση ενός κάντζι
N3

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος, τόνος, νότα, κουδούνισμα, κελάηδημα
音がする おとがする

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω ήχο, βγάζω ήχο
  2. 02 ακούω
音楽 おんがく N5

ουσιαστικό

  1. 01 μουσική
音を立てる おとをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω ήχο
音声 おんせい

ουσιαστικό

  1. 01 φωνή, ομιλία, ήχος φωνής
  2. 02 ήχος (π.χ. τηλεόρασης)
音もなく おともなく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 σιωπηλά, αθόρυβα
音色 ねいろ N1

ουσιαστικό

  1. 01 ηχόχρωμα, ποιότητα ήχου, χροιά
音量 おんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ένταση ήχου
音を上げる ねをあげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραιτούμαι, παραδέχομαι την ήττα μου, σηκώνω λευκή σημαία
音楽室 おんがくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα μουσικής
音を出す おとをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 παράγω ήχο
音響 おんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος, θόρυβος, ακουστική, αντήχηση
音速 おんそく

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτητα του ήχου
音楽家 おんがくか

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικός
音沙汰 おとさた

ουσιαστικό

  1. 01 νέα (από κάποιον), πληροφορίες, επιστολή, είδηση, επικοινωνία
音信不通 おんしんふつう

ουσιαστικό

  1. 01 διακοπή επικοινωνίας, έλλειψη νέων, απουσία οποιασδήποτε επικοινωνίας
音頭 おんど

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοβουλία (σε ζητωκραυγή, πρόποση, τραγούδι κ.λπ.), καθοδήγηση
  2. 02 παραδοσιακό τραγούδι και χορός που εκτελείται από ομάδα
  3. 03 αρχηγός ομάδας πνευστών οργάνων (στην γκαγκάκου)
音源 おんげん

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή ήχου, ηχητική γεννήτρια, γεννήτρια τόνων
  2. 02 ήχος, αρχείο ήχου, ηχογράφηση