15 αποτελέσματα για «馴»

馴染む なじむ

ρήμα

  1. 01 εξοικειώνομαι, συνηθίζω, εγκλιματίζομαι, προσαρμόζομαι, δένομαι, γίνομαι φιλικός
  2. 02 ταιριάζω, πάω, εναρμονίζομαι, ενσωματώνομαι, ταιριάζω (π.χ. με το δέρμα)
馴染み なじみ

ουσιαστικό

  1. 01 εξοικείωση, οικειότητα, γνωστός
馴れ馴れしい なれなれしい

επίθετο

  1. 01 υπερβολικά οικείος, θρασύς, αυθάδης
馴れ合う なれあう

ρήμα

  1. 01 συνωμοτώ (με), συμπράττω (με)
  2. 02 γίνομαι φίλος (με), τα πηγαίνω καλά (με)
  3. 03 έρχομαι σε στενή επαφή (με το άλλο φύλο), συνάπτω κρυφή σχέση (με)
馴染み深い なじみぶかい

επίθετο

  1. 01 πολύ οικείος, καλά γνωστός
馴れ初め なれそめ

ουσιαστικό

  1. 01 απαρχή ενός ειδυλλίου, αρχή του έρωτα
馴れ合い なれあい

ουσιαστικό

  1. 01 συμπαιγνία, συνωμοσία
  2. 02 συμβίωση χωρίς γάμο, παράνομη ερωτική σχέση, δεσμός
馴致 じゅんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξημέρωση, σταδιακή εξοικείωση, καθοδήγηση προς
馴鹿 じゅんろく

ουσιαστικό

  1. 01 τάρανδος (Rangifer tarandus)
馴鹿 となかい

ουσιαστικό

  1. 01 τάρανδος (Rangifer tarandus)
馴染ませる なじませる

ρήμα

  1. 01 αναμειγνύω, απλώνω καλά, εφαρμόζω ομοιόμορφα (στο δέρμα, στα μαλλιά κ.λπ.)
  2. 02 εξοικειώνω, προσαρμόζω, εγκλιματίζω, κάνω (κάποιον) να ενταχθεί
馴らし手 ならして

ουσιαστικό

  1. 01 δαμαστής
馴れた なれた

άλλο

  1. 01 εξημερωμένος, ήμερος
馴れ合い夫婦 なれあいふうふ

ουσιαστικό

  1. 01 ζευγάρι που συζεί χωρίς γάμο, ζευγάρι σε παράνομη σχέση
  1. 01 συνηθίζω
  2. 02 έμπειρος
  3. 03 ήμερος, εξημερωμένος