60 αποτελέσματα για «駆»

駆け寄る かけよる

ρήμα

  1. 01 τρέχω κοντά, σπεύδω προς
駆ける かける N3

ρήμα

  1. 01 τρέχω, ορμώ, αγωνίζομαι
  2. 02 καλπάζω
  3. 03 προελαύνω (εναντίον του εχθρού), εφορμώ (επί ίππου)
駆けつける かけつける

ρήμα

  1. 01 τρέχω να φτάσω, έρχομαι τρέχοντας, σπεύδω (κάπου), βιάζομαι
駆け出す かけだす

ρήμα

  1. 01 τρέχω έξω, ορμάω έξω
  2. 02 αρχίζω να τρέχω, ξεσπάω σε τρέξιμο
駆け抜ける かけぬける

ρήμα

  1. 01 τρέχω μέσα (από πλήθος, πύλη κ.λπ.), διασχίζω τρέχοντας, διαδίδεται γρήγορα (π.χ. νέα σε μια πόλη)
  2. 02 προσπερνώ τρέχοντας (κάποιον από πίσω), προσπερνώ
駆る かる

ρήμα

  1. 01 παροτρύνω, ωθώ, προτρέπω
  2. 02 οδηγώ με ταχύτητα (π.χ. ένα αυτοκίνητο)
駆け込む かけこむ

ρήμα

  1. 01 τρέχω μέσα, ορμάω μέσα
  2. 02 καταφεύγω σε (τρέχοντας για βοήθεια), αναζητώ άσυλο σε
駆使 くし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ ελεύθερα, αξιοποιώ πλήρως, έχω καλή γνώση
  2. 02 πιέζω κάποιον να δουλέψει σκληρά, εξαντλώ κάποιον
駆け上がる かけあがる

ρήμα

  1. 01 ανηφορίζω τρέχοντας, ανεβαίνω τρέχοντας (π.χ. έναν λόφο, σκάλες), ορμώ προς τα πάνω
駆け巡る かけめぐる

ρήμα

  1. 01 τρέχω παντού, τρέχω πέρα δώθε
駆け引き かけひき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παζάρι, διαπραγμάτευση
  2. 02 τακτική, στρατηγική, ελιγμοί, διπλωματία
  3. 03 (τακτική) προέλαση ή υποχώρηση στρατευμάτων
駆け回る かけまわる

ρήμα

  1. 01 τρέχω γύρω-γύρω, πηγαινοέρχομαι βιαστικά
駆け下りる かけおりる

ρήμα

  1. 01 κατεβαίνω τρέχοντας (σκάλες κ.λπ.)
駆逐 くちく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκδίωξη, εξώθηση, εξολόθρευση
駆け足 かけあし N1

ουσιαστικό

  1. 01 γρήγορο τρέξιμο, τρέξιμο με διπλά βήματα
  2. 02 καλπασμός
  3. 03 βιαστική διεκπεραίωση πραγμάτων
駆除 くじょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξόντωση (παράσιτων), εκρίζωση, εξάλειψη (π.χ. ενός κοινωνικού κακού)
駆り出す かりだす

ρήμα

  1. 01 ξετρυπώνω, ξεσηκώνω, συγκεντρώνω
  2. 02 επιστρατεύω, στρατολογώ
駆動 くどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κίνηση, λειτουργία (δύναμη)
駆り立てる かりたてる

ρήμα

  1. 01 ξεσηκώνω, ξετρυπώνω (λαγό, αλεπού, κ.λπ.), βγάζω από την κρυψώνα, αναγκάζω να βγει
  2. 02 οδηγώ (κοπάδι, πρόβατα, κ.λπ.), παρακινώ, κεντρίζω (άλογο)
  3. 03 ωθώ (κάποιον να κάνει κάτι), παροτρύνω, σπρώχνω, παρακινώ, εξαναγκάζω
駆け落ち かけおち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυγή με τον ερωτικό σύντροφο, το σκασμό με τον αγαπημένο