166 αποτελέσματα για «鼻»

はな N5

ουσιαστικό

  1. 01 μύτη
鼻を鳴らす はなをならす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω νάζια, συμπεριφέρομαι σαν κακομαθημένο παιδί
  2. 02 ρουθουνίζω, μυρίζω
鼻先 はなさき

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη της μύτης
  2. 02 μπροστά στα μάτια, κάτω από τη μύτη, ακριβώς μπροστά
  3. 03 άκρη (ενός αντικειμένου)
鼻歌 はなうた

ουσιαστικό

  1. 01 μουρμουρητό, σιγοτραγούδισμα
鼻で笑う はなでわらう

άλλο, ρήμα

  1. 01 γελάω περιφρονητικά
鼻息 はないき

ουσιαστικό

  1. 01 ρινική αναπνοή, αναπνοή από τη μύτη
  2. 02 ικανοποίηση, ενθουσιασμός
鼻血 はなぢ

ουσιαστικό

  1. 01 ρινορραγία
鼻水 はなみず

ουσιαστικό

  1. 01 ρινική βλέννα, συνάχι, μύξα
鼻腔 びこう

ουσιαστικό

  1. 01 ρινική κοιλότητα
鼻の下 はなのした

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω χείλος, φίλτρο, κάτω από τη μύτη
  2. 02 στόμα
鼻の頭 はなのあたま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 άκρη της μύτης
鼻をすする はなをすする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ρουθουνίζω, τραβάω τη μύτη μου
鼻孔 びこう

ουσιαστικό

  1. 01 ρουθούνι, ρινικό άνοιγμα
鼻筋 はなすじ

ουσιαστικό

  1. 01 ράχη της μύτης
鼻につく はなにつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ αηδία, εκνευρίζω κάποιον, έχω βαρεθεί κάτι σε σημείο δυσφορίας
  2. 02 μυρίζω άσχημα
鼻をつく はなをつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ερεθίζω τη μύτη (για οσμή), τσουζω τη μύτη
  2. 02 έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο (με κάποιον), αντιμετωπίζω κατά μέτωπο
鼻の穴 はなのあな

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ρουθούνι
鼻が高い はながたかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 περήφανος
  2. 02 μεγάλης μύτης (που προεξέχει)
鼻白む はなじろむ

ρήμα

  1. 01 δείχνω αποθαρρυμένος, δείχνω αμήχανος, απογοητεύομαι
鼻白む はなしらむ

ρήμα

  1. 01 φαίνομαι εμβρόντητος, δείχνω αποθαρρυμένος