70 αποτελέσματα για «採»
採用 さいよう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χρήση, υιοθέτηση, αποδοχή
- 02 διορισμός, πρόσληψη, απασχόληση
採る とる N2
ρήμα
- 01 υιοθετώ (μέθοδο, πρόταση, κ.λπ.), λαμβάνω (μέτρο, πορεία δράσης, κ.λπ.), αποφασίζω
- 02 κόβω (π.χ. λουλούδια), συλλέγω (π.χ. μανιτάρια), πιάνω (π.χ. έντομα)
- 03 εξάγω (π.χ. χυμό), παίρνω (π.χ. δείγμα)
- 04 υιοθετώ (στάση)
- 05 προσλαμβάνω (εργάτες, μαθητές), απασχολώ
- 06 εισάγω (π.χ. νερό), αφήνω να μπει (π.χ. φως από παράθυρο)
採取 さいしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συλλογή, μάζεμα, συγκομιδή, συγκέντρωση
- 02 εξαγωγή
採れる とれる
ρήμα
- 01 συλλέγομαι (για οστρακοειδή κ.λπ.), μαζεύομαι (για μανιτάρια, βότανα κ.λπ.), τρυγιέμαι (για καρπούς κ.λπ.), εξορύσσομαι (για διαμάντια κ.λπ.), εξάγομαι (π.χ. έλαιο από σόγια), λαμβάνομαι
- 02 μπορώ να συλλέξω, μπορώ να εξάγω, μπορώ να πάρω, μπορώ να αποκτήσω
採掘 さいくつ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξόρυξη, σκάψιμο, λειτουργία (ορυχείου)
採点 さいてん N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βαθμολόγηση, αξιολόγηση
採集 さいしゅう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συλλογή
採寸 さいすん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λήψη μέτρων
採算 さいさん N1
ουσιαστικό
- 01 κέρδος
採血 さいけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αιμοληψία, συλλογή αίματος
採決 さいけつ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ψηφοφορία, εκλογή
採用試験 さいようしけん
ουσιαστικό
- 01 εξετάσεις πρόσληψης
採択 さいたく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υιοθέτηση, επιλογή
採光 さいこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φωτισμός, φυσικός φωτισμός (εσωτερικού χώρου)
採掘権 さいくつけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα εξόρυξης
採石場 さいせきじょう
ουσιαστικό
- 01 λατομείο, ορυχείο πέτρας
採算が取れる さいさんがとれる
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι κερδοφόρος, αποδίδω κέρδος
採算が合う さいさんがあう
άλλο, ρήμα
- 01 αποδίδω κέρδος, είμαι κερδοφόρος
採録 さいろく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταγραφή, απομαγνητοφώνηση
採訪 さいほう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ερευνητική επίσκεψη, επίσκεψη για τη συλλογή στοιχείων (ιδίως ιστορικών, λαογραφικών κ.λπ.)