97 αποτελέσματα για «乱»

乱暴 らんぼう N2

ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα

  1. 01 βία, επίθεση, αταξία, αγριότητα, ανεξέλεγκτη συμπεριφορά
  2. 02 τραχύς (π.χ. χειρισμός, γλώσσα), απρόσεκτος, αγενής, παράλογος (π.χ. απαίτηση), άγριος (π.χ. διαφωνία)
  3. 03 βιασμός, σεξουαλική επίθεση
乱れる みだれる N1

ρήμα

  1. 01 ανακατεύομαι, είμαι ακατάστατος, είμαι άτακτος, είμαι ατημέλητος
  2. 02 αναστατώνομαι, ταράζομαι, μπερδεύομαι, συγχύζομαι
  3. 03 περιπίπτω σε χάος (λόγω πολέμου κ.λπ.)
乱す みだす N1

ρήμα

  1. 01 αναστατώνω, ακαταστατώ, ανακατεύω, διαταράσσω (την τάξη, την ειρήνη κ.λπ.), διαφθείρω (τα δημόσια ήθη), αναμαλλιάζω (τα μαλλιά)
乱れ みだれ

ουσιαστικό

  1. 01 αταξία, αναταραχή, αναστάτωση
乱入 らんにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισβολή, αιφνίδια είσοδος, εισπήδηση, παράνομη είσοδος, αναγκαστική είσοδος
乱雑 らんざつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ακαταστασία, σύγχυση, ανακατωσούρα, χάος, αταξία
らん

ουσιαστικό

  1. 01 εξέγερση, επανάσταση, ανταρσία, πόλεμος
乱戦 らんせん

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεχυμένη μάχη, γενική σύρραξη, συμπλοκή, αερομαχία, καβγάς, αναστατωμένη πάλη
乱闘 らんとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύγχυση κατά τη διάρκεια συμπλοκής, καβγάς, συμπλοκή, αψιμαχία, γενική σύρραξη
乱舞 らんぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θορυβώδης χορός
乱射 らんしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασύστολη πυροδότηση, τυφλοί πυροβολισμοί
乱心 らんしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πνευματική διαταραχή, παραφροσύνη, τρέλα
乱暴者 らんぼうもの

ουσιαστικό

  1. 01 τραμπούκος, νταής
乱世 らんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ταραγμένοι καιροί, εποχή αναταραχής
乱立 らんりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ορθώνομαι άναρχα το ένα δίπλα στο άλλο (για κτίρια κ.λπ.), παρατάσσομαι το ένα δίπλα στο άλλο
  2. 02 υποβάλλομαι σε υποψηφιότητα σε υπερβολικά μεγάλο αριθμό, ανταγωνίζομαι με άλλους (με υπερβολικά πολλούς υποψηφίους)
乱反射 らんはんしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάχυτη ανάκλαση, μη κανονική ανάκλαση
乱入者 らんにゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εισβολέας
乱打 らんだ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χτυπάω ακατάπαυστα, καταβασανίζω
乱用 らんよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάχρηση, εσφαλμένη χρήση, υπεξαίρεση, υπερβολική χρήση
乱れ飛ぶ みだれとぶ

ρήμα

  1. 01 πετώ άτακτα προς διάφορες κατευθύνσεις