73 αποτελέσματα για «処»
処理 しょり N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επεξεργασία, χειρισμός, αντιμετώπιση, μεταχείριση, διευθέτηση, διάθεση, απόρριψη
処分 しょぶん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόρριψη, πέταγμα, διάθεση, ξεπούλημα, εκποίηση
- 02 αντιμετώπιση (ενός προβλήματος), διαχείριση, μέτρο
- 03 τιμωρία, ποινή
- 04 θανάτωση (π.χ. άρρωστου ζώου), ευθανασία
処刑 しょけい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτέλεση
処置 しょち N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μέτρο, βήμα, αντιμετώπιση, χειρισμός
- 02 ιατρική θεραπεία, περίθαλψη
処女 しょじょ
ουσιαστικό, άλλο
- 01 παρθένος (συνήθως γυναίκα), κοπέλα
- 02 παρθένος (π.χ. δάσος), ανέγγιχτος από ανθρώπινη δραστηριότητα, άθικτος
- 03 ντεμπούτο, παρθενικός (π.χ. ταξίδι)
処罰 しょばつ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τιμωρία, ποινή
処遇 しょぐう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεταχείριση (προσώπου), αντιμετώπιση
処方 しょほう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνταγή (ιατρική), φόρμουλα, τύπος
処する しょする
ρήμα
- 01 διαχειρίζομαι, αντιμετωπίζω, τακτοποιώ
- 02 καταδικάζω, τιμωρώ, επιβάλλω ποινή
処す しょす
ρήμα
- 01 διαχειρίζομαι, αντιμετωπίζω, ανταπεξέρχομαι
- 02 καταδικάζω, επιβάλλω ποινή, τιμωρώ
処理能力 しょりのうりょく
ουσιαστικό
- 01 ρυθμός διεκπεραίωσης, επεξεργαστική ισχύς
処世術 しょせいじゅつ
ουσιαστικό
- 01 κοσμική σοφία, μυστικό της επιτυχίας στη ζωή
処断 しょだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κρίση, απόφαση
- 02 εκτέλεση ποινής (π.χ. θανατική ποινή)
処女膜 しょじょまく
ουσιαστικό
- 01 παρθένος υμένας
処刑台 しょけいだい
ουσιαστικό
- 01 ικρίωμα, αγχόνη
処刑場 しょけいじょう
ουσιαστικό
- 01 τόπος εκτέλεσης, σημείο εκτέλεσης
処理速度 しょりそくど
ουσιαστικό
- 01 ταχύτητα επεξεργασίας, ταχύτητα διαχείρισης
処方箋 しょほうせん
ουσιαστικό
- 01 ιατρική συνταγή
処女作 しょじょさく
ουσιαστικό
- 01 πρώτο έργο, ντεμπούτο
処置なし しょちなし
ουσιαστικό
- 01 απελπιστικός, μη εφαρμόσιμος