55 αποτελέσματα για «塗»

塗る ぬる N4

ρήμα

  1. 01 βάφω, απλώνω, αλείφω, σοβατίζω, εφαρμόζω (π.χ. κρέμα, λοσιόν), λουστράρω, βερνικώνω, κολλάω (π.χ. ταπετσαρία)
塗る まぶる

ρήμα

  1. 01 καλύπτω (με κάτι), αλείφω, πασπαλίζω
塗りつぶす ぬりつぶす

ρήμα

  1. 01 βάφω από πάνω, καλύπτω βάφοντας, γεμίζω, καλύπτω πλήρως (με χρώμα)
塗れる まみれる

ρήμα

  1. 01 αλείφομαι, λερώνομαι
  2. 02 καλύπτομαι πλήρως, κατακλύζομαι
塗り替える ぬりかえる

ρήμα

  1. 01 ξαναβάφω, βάφω πάλι, βάφω σε διαφορετικό χρώμα
  2. 02 αλλάζω εντελώς, καταρρίπτω (π.χ. ένα ρεκόρ), ανασχεδιάζω (π.χ. τον χάρτη), αναδιαμορφώνω
塗りたくる ぬりたくる

ρήμα

  1. 01 καταλερώνω (με μπογιά), αλείφω, βάφω έντονα, απλώνω παχύρρευστα
塗装 とそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίστρωση, βάψιμο
塗料 とりょう

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα, επίστρωση, βερνίκι
塗りつける ぬりつける

ρήμα

  1. 01 αλείφω, επαλείφω
  2. 02 μεταθέτω (την ευθύνη σε κάποιον άλλον)
塗り ぬり

ουσιαστικό

  1. 01 επίστρωση (ειδικά η λάκα)
塗り固める ぬりかためる

ρήμα

  1. 01 επικαλύπτω μια επιφάνεια με υλικό που στερεοποιείται (π.χ. στόκο, σοβά, λάκα)
  2. 02 καλύπτω (π.χ. την αλήθεια), συγκαλύπτω με ψέματα ή φήμες
みどろ

επίθημα

  1. 01 καλυμμένος, λερωμένος, αλειμμένος
塗れ まみれ

ουσιαστικό

  1. 01 καλυμμένος, λερωμένος, πασαλειμμένος
塗りこむ ぬりこむ

ρήμα

  1. 01 καλύπτω με παχύ στρώμα χρώματος, στοκάρω
塗り込める ぬりこめる

ρήμα

  1. 01 σφραγίζω
塗り薬 ぬりぐすり

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρική κρέμα, αλοιφή, επάλειψη
塗布 とふ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επάλειψη (αλοιφής κ.λπ.)
  2. 02 επικάλυψη
塗り直す ぬりなおす

ρήμα

  1. 01 ξαναβάφω, βάφω πάλι
塗り広げる ぬりひろげる

ρήμα

  1. 01 απλώνω, διαχέω
  2. 02 επαλείφω
塗り分ける ぬりわける

ρήμα

  1. 01 βάφω με διαφορετικά χρώματα (για διαφορετικούς σκοπούς)