37 αποτελέσματα για «服»

ふく N5

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ρούχα (ιδίως δυτικού τύπου), ένδυση, φόρεμα, ενδυμασία, κοστούμι, σύνολο
  2. 02 λέξη μέτρησης για δόσεις φαρμάκου, γουλιές τσαγιού, ρουφηξιές τσιγάρου κ.λπ.
ぶく

ουσιαστικό

  1. 01 πένθιμα ρούχα
  2. 02 πένθος, περίοδος πένθους
服装 ふくそう N3

ουσιαστικό

  1. 01 ενδυμασία, ένδυση, ρούχα, στολή, περιβολή
服を着る ふくをきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φοράω ρούχα, ντύνομαι
  2. 02 είμαι η προσωποποίηση
服従 ふくじゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπακοή, υποταγή, παραίτηση
服用 ふくよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήψη φαρμάκου, δοσολογία
服飾 ふくしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ενδυμασία και αξεσουάρ, αμφίεση
服する ふくする

ρήμα

  1. 01 υπακούω, υποτάσσομαι, ενδίδω, αποδέχομαι, συμμορφώνομαι
  2. 02 υπηρετώ (στον στρατό, σε ποινή φυλάκισης κ.λπ.)
  3. 03 εισέρχομαι (σε πένθος), τηρώ
  4. 04 λαμβάνω (φάρμακο, δηλητήριο κ.λπ.), πίνω (τσάι)
服役 ふくえき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταναγκαστικά έργα, έκτιση ποινής φυλάκισης
  2. 02 στρατιωτική θητεία
  3. 03 καταναγκαστική εργασία, υποχρεωτική υπηρεσία
服を汚す ふくをよごす

άλλο, ρήμα

  1. 01 λερώνω τα ρούχα μου
服飾店 ふくしょくてん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα ενδυμάτων, μπουτίκ, κατάστημα ρούχων
服す ふくす

ρήμα

  1. 01 υπακούω, υποτάσσομαι, υποχωρώ, αποδέχομαι, τηρώ
  2. 02 υπηρετώ (στο στρατό, σε ποινή φυλάκισης κ.λπ.)
  3. 03 πενθώ, τηρώ (πένθος)
  4. 04 λαμβάνω (φάρμακο, δηλητήριο κ.λπ.), πίνω (τσάι)
服務 ふくむ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθήκον, δημόσια υπηρεσία
服毒 ふくどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φουκουντόκου, δηλητηρίαση
服薬 ふくやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήψη φαρμάκων
服む のむ

ρήμα

  1. 01 παίρνω (φάρμακο)
服属 ふくぞく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακόλουθος
  2. 02 υποτάσσομαι, δηλώνω υποταγή
服毒自殺 ふくどくじさつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκτονία με δηλητήριο, φουκουντόκου τζισάτσου (αυτοκτονία δια δηλητηριάσεως)
服飾品 ふくしょくひん

ουσιαστικό

  1. 01 αξεσουάρ, είδη ένδυσης και διακόσμησης
服地 ふくじ

ουσιαστικό

  1. 01 ύφασμα, υλικό ενδυμάτων, ύφασμα ραπτικής