145 αποτελέσματα για «歯»
歯 は N5
ουσιαστικό
- 01 δόντι, δόντια
- 02 δόντι (χτένας, πριονιού κ.λπ.), γρανάζι
- 03 στήριγμα (τσοκάρων γκέτα)
歯を食いしばる はをくいしばる
άλλο, ρήμα
- 01 υπομένω μια τραγωδία, αντέχω τον πόνο, συγκρατώ τα νεύρα μου, ανέχομαι, σφίγγω τα δόντια μου
歯車 はぐるま N2
ουσιαστικό
- 01 γρανάζι, οδοντωτός τροχός
- 02 γρανάζι (σε έναν οργανισμό, μια εταιρεία κ.λπ.), γρανάζι στη μηχανή
歯がゆい はがゆい
επίθετο
- 01 ανυπόμονος, εκνευρισμένος, εκνευριστικός, απογοητευμένος, απογοητευτικός, αγανακτισμένος, ενοχλητικός
歯ぎしり はぎしり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ακούσιο νυχτερινό τρίξιμο δοντιών, βρυγμός
- 02 τρίξιμο των δοντιών από θυμό ή αγανάκτηση
歯噛み はがみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τρίξιμο των δοντιών, ακούσιο νυχτερινό τρίξιμο των δοντιών, βρουξισμός
- 02 τρίξιμο των δοντιών από θυμό ή εκνευρισμό, αγανάκτηση
歯が立たない はがたたない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν μπορώ να ανταγωνιστώ, αδυνατώ να επιφέρω πλήγμα (π.χ. σε ένα πρόβλημα), αδυνατώ να πετύχω καλό χτύπημα (π.χ. σε έναν καυγά)
- 02 δυσμάσητος, σκληρός στη μάσηση
歯止め はどめ
ουσιαστικό
- 01 φρένο, τροχοπέδη, αναστολέας
- 02 φρένο (στον πληθωρισμό, στις δαπάνες κ.λπ.), έλεγχος, περιορισμός, (επιβεβλημένο) όριο
歯切れの悪い はぎれのわるい
άλλο, επίθετο
- 01 ασαφής, ακατάληπτος, που μασάει τα λόγια του, διφορούμενος
歯切れが悪い はぎれがわるい
άλλο, επίθετο
- 01 ασαφής, ακατάληπτος, που μιλάει μπερδεμένα, υπεκφευκτικός
歯向かう はむかう
ρήμα
- 01 αντεπιτίθεμαι, δαγκώνω πίσω, στρέφομαι εναντίον, εξεγείρομαι, αντιτίθεμαι, αψηφώ
歯ごたえ はごたえ
ουσιαστικό
- 01 υφή, αίσθηση κατά τη μάσηση της τροφής
- 02 πρόκληση, δυσκολία (π.χ. σε εργασία ή βιβλίο)
歯を磨く はをみがく
άλλο, ρήμα
- 01 βουρτσίζω τα δόντια μου
歯ブラシ はブラシ
ουσιαστικό
- 01 οδοντόβουρτσα
歯磨き はみがき N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βούρτσισμα δοντιών
- 02 οδοντόκρεμα, σκόνη για τα δόντια
歯を立てる はをたてる
άλλο, ρήμα
- 01 δαγκώνω, βυθίζω τα δόντια μου σε κάτι, τσιμπώ
歯切れ はぎれ
ουσιαστικό
- 01 αίσθηση κατά τη μάσηση
- 02 τρόπος άρθρωσης, καθακρίβεια στην εκφορά του λόγου
歯医者 はいしゃ N4
ουσιαστικό
- 01 οδοντίατρος
歯の根 はのね
ουσιαστικό
- 01 ρίζα δοντιού, κυνόδοντας
歯茎 はぐき
ουσιαστικό
- 01 ούλα