108 αποτελέσματα για «決»

決める きめる N4

ρήμα

  1. 01 αποφασίζω, επιλέγω, καθορίζω, παίρνω μια απόφαση, επιλύω, βάζω στόχο, διευθετώ, τακτοποιώ, ορίζω, διορίζω, σταθεροποιώ
  2. 02 εξασφαλίζω (μια νίκη), καθορίζω (το αποτέλεσμα ενός αγώνα)
  3. 03 επιμένω να κάνω, ολοκληρώνω
  4. 04 πάντα κάνω, έχω κάνει συνήθεια
  5. 05 θεωρώ δεδομένο, υποθέτω
  6. 06 ντύνομαι επίσημα, ντύνομαι για να εντυπωσιάσω, ντύνομαι στην πένα
  7. 07 εκτελώ επιτυχώς (μια κίνηση στον αθλητισμό, μια πόζα στο χορό κ.λπ.), καταφέρνω να κάνω
  8. 08 ακινητοποιώ με κλειδαριά διπλού βραχίονα (στο σούμο, τζούντο κ.λπ.)
  9. 09 τρώω ή πίνω κάτι, παίρνω παράνομα ναρκωτικά
決まる きまる N4

ρήμα

  1. 01 αποφασίζομαι, διευθετούμαι, καθορίζομαι, κανονίζομαι
  2. 02 είμαι αμετάβλητος, είμαι ο ίδιος (όπως πάντα), είμαι σταθερός, είμαι καθορισμένος
  3. 03 είμαι σταθερός κανόνας, είμαι γραφτό, είμαι σύμβαση, είμαι έθιμο, είμαι κοινή γνώση
  4. 04 εκτελούμαι άψογα (για κίνηση σε άθλημα, παιχνίδι κ.λπ.), πηγαίνω καλά, πετυχαίνω, βρίσκω στόχο (για γροθιά)
  5. 05 μου πηγαίνει (για ρούχα), δείχνω κομψός, είμαι στυλάτος, με κολακεύει, στέκομαι (για χτένισμα)
  6. 06 παίρνω και κρατάω στάση (για πόζα στο καμπούκι)
  7. 07 φτιάχνομαι (από ναρκωτικά)
決して けっして N4

επίρρημα

  1. 01 ποτέ, σε καμία περίπτωση, με κανέναν τρόπο, καθόλου, διόλου
決定 けってい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόφαση, καθορισμός
決意 けつい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόφαση, αποφασιστικότητα, θέληση
決断 けつだん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόφαση, αποφασιστικότητα
決まり きまり N3

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνας, κανονισμός
  2. 02 διευθέτηση, κατάληξη, τέλος, συμφωνία, ρύθμιση
  3. 03 συνήθεια, έθιμο, συνηθισμένος τρόπος
  4. 04 πρόσωπο, κύρος (η δημόσια εικόνα)
  5. 05 ερωτική σχέση (μεταξύ πελάτη και πόρνης)
決心 けっしん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποφασιστικότητα, απόφαση
決着 けっちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπέρασμα, απόφαση, τέλος, διευθέτηση
決定的 けっていてき

επίθετο

  1. 01 καθοριστικός, οριστικός, τελικός, αποφασιστικός, καταληκτικός
決する けっする

ρήμα

  1. 01 αποφασίζω, καθορίζω, επιλύω, αποφασίζομαι
  2. 02 σπάζω και ξεχειλίζω (π.χ. αναχώματα), καταρρέω, υποχωρώ, ανοίγω ρήγμα
決着をつける けっちゃくをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 διευθετώ, επιλύω (μια διαφορά)
決闘 けっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μονομαχία, ανταλλαγή πυροβολισμών
決戦 けっせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποφασιστική μάχη, τελικός αγώνας, αγώνας κατάταξης
決行 けっこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτελώ (με αποφασιστικότητα), πραγματοποιώ (π.χ. ένα σχέδιο)
決勝 けっしょう N1

ουσιαστικό

  1. 01 τελική απόφαση αγώνα
  2. 02 τελικός αγώνας
決め込む きめこむ

ρήμα

  1. 01 θεωρώ δεδομένο, υποθέτω, είμαι πεπεισμένος, βγάζω βιαστικά συμπεράσματα
  2. 02 προσποιούμαι, παριστάνω, θεωρώ τον εαυτό μου (κάτι), υποκρίνομαι (π.χ. άγνοια)
  3. 03 υλοποιώ μια απόφαση, επιμένω σε κάτι, παίρνω την τελική μου απόφαση
決め手 きめて

ουσιαστικό

  1. 01 αποφασίζων, αυτός που λαμβάνει την απόφαση
  2. 02 αποφασιστικός παράγοντας, καθοριστικό στοιχείο, το κλειδί, ατού, νικητήρια κίνηση, αποφασιστικό χτύπημα, αδιάσειστο αποδεικτικό στοιχείο
決壊 けっかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θραύση, κατάρρευση, ρήξη (π.χ. φράγματος, αναχώματος)
決別 けつべつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχωρισμός, αποχαιρετισμός, χωρισμός