80 αποτελέσματα για «溶»

溶ける とける N3

ρήμα

  1. 01 λιώνω, ρευστοποιώ, μαλακώνω (π.χ. λόγω θερμότητας), αποψύχομαι
  2. 02 διαλύομαι (σε υγρό), είμαι διαλυτός (σε)
  3. 03 εξαντλούμαι (για χρήματα ή χρόνο), σπαταλιέμαι, εξαφανίζομαι
溶かす とかす N2

ρήμα

  1. 01 λιώνω, υγροποιώ, ξεπαγώνω
  2. 02 διαλύω (σε υγρό), φέρνω σε διάλυση
  3. 03 χάνω (χρήματα, μέσω τζόγου κ.λπ.), κατασπαταλώ
溶け込む とけこむ N2

ρήμα

  1. 01 λιώνω μέσα σε κάτι, διαλύομαι μέσα σε κάτι, συγχωνεύομαι
  2. 02 εναρμονίζομαι με το περιβάλλον, ταιριάζω, προσαρμόζομαι, ενσωματώνομαι
溶岩 ようがん N2

ουσιαστικό

  1. 01 λάβα
溶け合う とけあう

ρήμα

  1. 01 λιώνω μαζί, αναμειγνύομαι
溶解 ようかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλυση, διαλυτοποίηση (π.χ. χημική)
  2. 02 τήξη, υγροποίηση
溶け出す とけだす

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να διαλύομαι, ξεκινώ να λιώνω
  2. 02 διαλύομαι μέσα σε υγρό
溶く とく N3

ρήμα

  1. 01 διαλύω (π.χ. νερό με αλεύρι), διαλύω (αλάτι στο νερό, χρώμα, κ.λπ.), ανακατεύω μέσα
  2. 02 χτυπώ (αυγά), αναδεύω, χτυπώ
  3. 03 λιώνω, ρευστοποιώ, τήκω, αποψύχω, συγχωνεύω
溶液 ようえき N1

ουσιαστικό

  1. 01 διάλυμα
溶接 ようせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκόλληση
溶鉱炉 ようこうろ

ουσιαστικό

  1. 01 καμίνι τήξης, υψικάμινος
溶き卵 ときたまご

ουσιαστικό

  1. 01 χτυπημένο αυγό, επάλειψη αυγού
溶剤 ようざい

ουσιαστικό

  1. 01 διαλύτης, διάλυμα, συρροή (χημικό μέσο συγκόλλησης)
  2. 02 θερμό φορτίο
溶岩流 ようがんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ροή λάβας
溶けやすい とけやすい

επίθετο

  1. 01 χαμηλής θερμοκρασίας τήξης, ευτήκτος
  2. 02 διαλυτός
溶融 ようゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τήξη, συγχώνευση
溶暗 ようあん

ουσιαστικό

  1. 01 σβήσιμο, σταδιακή εξαφάνιση
  2. 02 διαλυτική μετάβαση
溶血 ようけつ

ουσιαστικό

  1. 01 αιμόλυση
溶媒 ようばい

ουσιαστικό

  1. 01 διαλύτης
溶岩洞 ようがんどう

ουσιαστικό

  1. 01 σπήλαιο λάβας