71 αποτελέσματα για «照»

照らす てらす N2

ρήμα

  1. 01 φωτίζω
  2. 02 συγκρίνω, ανατρέχω σε
照れる てれる

ρήμα

  1. 01 ντρέπομαι, αισθάνομαι αμήχανα
照明 しょうめい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φωτισμός
照れくさい てれくさい

επίθετο

  1. 01 αμήχανος, ενοχλητικός
照れ隠し てれかくし

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυψη της αμηχανίας
照らし出す てらしだす

ρήμα

  1. 01 φωτίζω, ρίχνω φως πάνω σε κάτι, φωτίζω κάτι
照準 しょうじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 σκοπευτικό (π.χ. όπλου), στόχος, ευθυγράμμιση
照れ てれ

ουσιαστικό

  1. 01 αμηχανία, συστολή
照らし合わせる てらしあわせる

ρήμα

  1. 01 ελέγχω, συγκρίνω
照る てる N2

ρήμα

  1. 01 λάμπω
  2. 02 κοιτάζω ελαφρώς προς τα πάνω (για μάσκα νο, υποδηλώνοντας χαρά, κ.λπ.)
照れ笑い てれわらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ντροπιασμένο χαμόγελο, αμήχανο γέλιο, συνεσταλμένο χαμόγελο
照合 しょうごう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλεγχος, αντιπαραβολή, σύγκριση, επαλήθευση
照りつける てりつける

ρήμα

  1. 01 καίω, πυρώνω, λάμπω έντονα πάνω σε κάτι
照射 しょうしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακτινοβολία, ακτινοβόληση
  2. 02 έκθεση (σε φως), φωτισμός
照れ屋 てれや

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πολύ ντροπαλό άτομο, συνεσταλμένο άτομο
照準を合わせる しょうじゅんをあわせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στοχεύω, παίρνω σημάδι, συγκεντρώνω την προσοχή μου σε κάτι
照り返す てりかえす N1

ρήμα

  1. 01 αντανακλώ, ανακλώ το φως
照会 しょうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ερώτηση, διερεύνηση, παραπομπή (π.χ. σε γιατρό ή δικαστήριο)
  2. 02 ερώτημα (βάσης δεδομένων)
照り返し てりかえし

ουσιαστικό

  1. 01 αντανάκλαση, ανακλώμενο φως, ανακλώμενη θερμότητα, λάμψη
照り焼き てりやき

ουσιαστικό

  1. 01 τεριγιάκι (κρέας ή ψάρι μαριναρισμένο σε γλυκιά σάλτσα σόγιας και ψημένο)