706 αποτελέσματα για «生»

生きる いきる N4

ρήμα

  1. 01 ζω, υπάρχω
  2. 02 βιοπορίζομαι, συντηρούμαι
  3. 03 ισχύω, είμαι σε χρήση, λειτουργώ
  4. 04 ζωντανεύω, αναζωογονούμαι
  5. 05 είμαι ασφαλής (στον μπέιζμπολ, στο γκο κ.λπ.)
生む うむ

ρήμα

  1. 01 γεννώ, γεννώ αυγά
  2. 02 παράγω, αποδίδω, δημιουργώ, προκαλώ
生活 せいかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζωή, διαβίωση
  2. 02 βιοπορισμός, τα προς το ζην
生徒 せいと N5

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής, σπουδαστής
生き物 いきもの N3

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανός οργανισμός, ζωντανό πλάσμα, ζώο, ζωή
なま N3

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 ωμός, αμαγείρευτος, φρέσκος
  2. 02 φυσικός, όπως είναι, αμοντάριστος, μη επεξεργασμένος
  3. 03 απροστάτευτος (για σεξουαλική επαφή), χωρίς προφύλαξη
  4. 04 ζωντανός (δηλ. όχι μαγνητοσκοπημένος)
  5. 05 άπειρος, ακατέργαστος, άπειρος (νέος), ανώριμος
  6. 06 αυθάδεια, θράσος
  7. 07 μη παστεριωμένη μπίρα, μπίρα βαρελίσια
  8. 08 κενός (π.χ. δίσκος), αχρησιμοποίητος
  9. 09 λίγο, κάπως, αόριστα, μερικώς, κάπως, ημι-, ημι-
  10. 10 ανεπαρκής, ημιτελής, ατελής, μισοτελειωμένος, ανόρεκτος, επιπόλαιος
  11. 11 μετρητά
  12. 12 κατάσταση μέθης
生きていく いきていく

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιβιώνω, συνεχίζω να ζω
生える はえる N3

ρήμα

  1. 01 φυτρώνω, βλασταίνω, αναπτύσσομαι
  2. 02 βγάζω δόντια
生み出す うみだす

ρήμα

  1. 01 δημιουργώ, παράγω, φέρνω σε ύπαρξη
  2. 02 εφευρίσκω, επινοώ
  3. 03 γεννώ, φέρνω στον κόσμο
せい N3

ουσιαστικό

  1. 01 ζωή, βίος
  2. 02 εγώ, ο εαυτός μου
  3. 03 μαθητής, φοιτητής
生じる しょうじる N3

ρήμα

  1. 01 παράγω, αποδίδω, προκαλώ
  2. 02 προκύπτω, ανακύπτω, δημιουργούμαι
生命 せいめい N3

ουσιαστικό

  1. 01 ζωή, ύπαρξη
  2. 02 εργασιακή ζωή, σταδιοδρομία
  3. 03 ζωτική δύναμη, ψυχή, ουσία
生かす いかす N1

ρήμα

  1. 01 αξιοποιώ (στο έπακρο), χρησιμοποιώ αποτελεσματικά, εκμεταλλεύομαι (δεξιότητες, ιδιότητες, εμπειρία κ.λπ.), επωφελούμαι από (εμπειρία κ.λπ.)
  2. 02 αφήνω να ζήσει, κρατώ ζωντανό
  3. 03 αναζωογονώ, επαναφέρω στη ζωή
  4. 04 αποκαθιστώ, επαναφέρω (ένα διαγραμμένο απόσπασμα, κατά τη διόρθωση κειμένου)
生涯 しょうがい N3

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ζωή, διάρκεια ζωής, καριέρα, σταδιοδρομία
  2. 02 εφ' όρου ζωής, σε όλη του τη ζωή, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του, όσο ζει κανείς
生き残る いきのこる

ρήμα

  1. 01 επιβιώνω
生物 せいぶつ N3

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανό ον, έμβιο ον, οργανισμός, πλάσμα, ον, ζωή
  2. 02 βιολογία
生意気 なまいき N2

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυθάδης, αναιδής, θρασύς, υπερόπτης, αυτάρεσκος
生地 きじ N3

ουσιαστικό

  1. 01 ύφασμα, υλικό, υφή
  2. 02 ζυμάρι, χυλός
  3. 03 εγγενής ιδιότητα, ο αληθινός χαρακτήρας κάποιου
  4. 04 άβαφο κεραμικό
  5. 05 άβαφο δέρμα
  6. 06 άβαφο μέταλλο, μέταλλο χωρίς επίστρωση
生まれ うまれ N3

ουσιαστικό

  1. 01 γέννηση, τόπος γέννησης
  2. 02 γεννημένος σε (χώρα, μήνα, αυτοκρατορική εποχή, έτος ζωδιακού κύκλου, κ.λπ.)
生き延びる いきのびる

ρήμα

  1. 01 επιβιώνω, ζω πολύ