82 αποτελέσματα για «申»

申す もうす N4

ρήμα

  1. 01 λέω, ονομάζομαι
  2. 02 κάνω
申し訳ない もうしわけない N2

άλλο, επίθετο

  1. 01 λυπάμαι, είναι ασυγχώρητο, μετανιώνω, νιώθω ενοχές
  2. 02 σας ευχαριστώ πολύ (για βοήθεια κ.λπ.)
申し訳ありません もうしわけありません

άλλο

  1. 01 λυπάμαι, είναι ασυγχώρητο
  2. 02 σας ευχαριστώ πολύ (για βοήθεια κ.λπ.)
申し上げる もうしあげる N4

ρήμα, άλλο

  1. 01 λέω, αναφέρω, δηλώνω, εκφράζω, προσφέρω, απευθύνω (χαιρετισμούς, συγχαρητήρια κ.λπ.)
  2. 02 κάνω
申し訳ございません もうしわけございません

άλλο

  1. 01 λυπάμαι, είναι ασυγχώρητο
  2. 02 σας ευχαριστώ πολύ (για βοήθεια κ.λπ.)
申し訳なさそう もうしわけなさそう

επίθετο

  1. 01 απολογητικός
申し出 もうしで

ουσιαστικό

  1. 01 πρόταση, προσφορά, αίτημα, αίτηση
申し出る もうしでる N1

ρήμα

  1. 01 προσφέρω, προτείνω, υποβάλλω, ζητώ, αιτούμαι, κάνω αίτηση, αναφέρω (σε κάποιον), γνωστοποιώ, ενημερώνω
申請 しんせい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αίτηση, αίτημα, αναφορά
申し込む もうしこむ N3

ρήμα

  1. 01 υποβάλλω αίτηση, κάνω αίτηση, προτείνω (γάμο), προσφέρω (μεσολάβηση), κάνω άνοιγμα (για ειρήνη), προκαλώ, υποβάλλω (ενστάσεις), ζητώ (συνέντευξη), εγγράφομαι, κάνω κράτηση, δεσμεύω
申し訳 もうしわけ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγγνώμη, δικαιολογία
申し分ない もうしぶんない

άλλο, επίθετο

  1. 01 τέλειος, ιδανικός, απόλυτα ικανοποιητικός, που δεν αφήνει περιθώρια για επιθυμία, άψογος, αψεγάδιαστος
申し込み もうしこみ

ουσιαστικό

  1. 01 αίτηση, εγγραφή, αίτημα, συνδρομή, προσφορά, πρόταση, άνοιγμα, πρόκληση
申告 しんこく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναφορά, δήλωση (π.χ. φόρου), δήλωση, γνωστοποίηση, κατάθεση
申し遅れる もうしおくれる

ρήμα

  1. 01 αργώ να πω
申し付ける もうしつける

ρήμα

  1. 01 εντέλλομαι, δίνω εντολή να γίνει κάτι, ζητώ να γίνει κάτι, διατάζω
さる

ουσιαστικό

  1. 01 πίθηκος (το ένατο ζώδιο του κινεζικού ζωδιακού κύκλου)
  2. 02 ώρα του πιθήκου (γύρω στις 4 μ.μ., 3-5 μ.μ., ή 4-6 μ.μ.)
  3. 03 δυτικά-νοτιοδυτικά
  4. 04 έβδομος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
申し入れる もうしいれる N1

ρήμα

  1. 01 προτείνω, εισηγούμαι
申し立てる もうしたてる

ρήμα

  1. 01 δηλώνω, προβάλλω ισχυρισμό
申し訳程度 もうしわけていど

ουσιαστικό

  1. 01 πενιχρή δικαιολογία, σχεδόν ανύπαρκτος, ελάχιστα επαρκής, συμβολικός (προσπάθεια κ.λπ.)