57 αποτελέσματα για «考»
考える かんがえる N4
ρήμα
- 01 σκέφτομαι, συλλογίζομαι, στοχάζομαι, αναλογίζομαι, διαλογίζομαι
- 02 λαμβάνω υπόψη, εξετάζω, συνυπολογίζω, έχω κατά νου
- 03 νομίζω, πιστεύω, θεωρώ, κρίνω, συμπεραίνω, υποψιάζομαι
- 04 σκοπεύω, σκέφτομαι, σχεδιάζω
- 05 προβλέπω, προσδοκώ, περιμένω, φαντάζομαι
- 06 επινοώ, βρίσκω, μηχανεύομαι, σχεδιάζω
- 07 θεωρώ (ως), βλέπω, παίρνω (ως)
考え かんがえ N3
ουσιαστικό
- 01 σκέψη, γνώμη, άποψη, ιδέα, έννοια
- 02 ιδέα, αντίληψη, φαντασία
- 03 πρόθεση, σχέδιο, σκοπός
- 04 σκέψη, κρίση, συλλογισμός, περισυλλογή
- 05 επιθυμία, ελπίδα, προσδοκία
考え込む かんがえこむ
ρήμα
- 01 συλλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά, βυθίζομαι σε σκέψεις
考えてみれば かんがえてみれば
άλλο
- 01 αν το σκεφτείς, τώρα που το σκέφτομαι
考慮 こうりょ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκέψη, εξέταση, λήψη υπόψη
考え事 かんがえごと
ουσιαστικό
- 01 θέμα σκέψης, οι σκέψεις κάποιου, μέλημα, ανησυχία
- 02 σκέψη για κάτι, το να είναι κανείς βυθισμένος στις σκέψεις του
考え直す かんがえなおす
ρήμα
- 01 ξανασκέφτομαι, αναθεωρώ, επανεκτιμώ
考察 こうさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξέταση, έρευνα, διερεύνηση, μελέτη
考えつく かんがえつく
ρήμα
- 01 σκέφτομαι, επινοώ
考案 こうあん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σχέδιο, μηχανισμός, ιδέα, σχεδιασμός, επινόηση, σύλληψη, εφεύρεση
考え出す かんがえだす
ρήμα
- 01 επινοώ, εφευρίσκω, ξεκινώ να σκέφτομαι, καταστρώνω ένα σχέδιο
考えにくい かんがえにくい
επίθετο
- 01 δύσκολο να φανταστεί κανείς, μάλλον απίθανο, πολύ αμφίβολο, δεν θα το περίμενε κανείς
考えを巡らす かんがえをめぐらす
άλλο, ρήμα
- 01 στοχάζομαι, συλλογίζομαι, σκέφτομαι διεξοδικά, επεξεργάζομαι μια ιδέα στο μυαλό μου
考えれば考えるほど かんがえればかんがえるほど
άλλο
- 01 όσο περισσότερο το σκέφτομαι, όσο περισσότερο το σκέφτεται κανείς
考えすぎる かんがえすぎる
ρήμα
- 01 σκέφτομαι υπερβολικά, ανησυχώ υπερβολικά
考 こう
ουσιαστικό
- 01 σκέψη
- 02 αναφορά σχετικά με τη διερεύνηση κάποιου πράγματος
- 03 εκλιπών πατέρας
考えをまとめる かんがえをまとめる
άλλο, ρήμα
- 01 συγκεντρώνω τις σκέψεις μου, τακτοποιώ τις ιδέες μου
考え抜く かんがえぬく
ρήμα
- 01 σκέφτομαι διεξοδικά
考慮に入れる こうりょにいれる
άλλο, ρήμα
- 01 λαμβάνω υπόψη, έχω στον νου μου
考えを示す かんがえをしめす
άλλο, ρήμα
- 01 εκφράζω την άποψή μου