102 αποτελέσματα για «負»

負ける まける N4

ρήμα

  1. 01 χάνω, ηττώμαι, νικιέμαι
  2. 02 υποχωρώ, ενδίδω, υποκύπτω, παραδίδομαι, καταβάλλομαι (από)
  3. 03 υστερώ (από), είμαι κατώτερος (από), έρχομαι δεύτερος (σε)
  4. 04 παθαίνω εξάνθημα (από), βγάζω εξάνθημα (από)
  5. 05 κατεβάζω την τιμή, κάνω έκπτωση, προσφέρω κάτι δωρεάν (ως δώρο)
負う おう N3

ρήμα

  1. 01 φέρω στην πλάτη μου, σηκώνω, επωμίζομαι
  2. 02 αναλαμβάνω (ευθύνη), επωμίζομαι, υφίσταμαι (π.χ. κατηγορία, κόστος), έχω (π.χ. καθήκον, υποχρέωση), επιβαρύνομαι (π.χ. με εργασία, χρέος)
  3. 03 υφίσταμαι (π.χ. τραυματισμό, απώλεια, ζημιά), παθαίνω (π.χ. τραυματισμό, ζημιά)
  4. 04 οφείλω, χρωστάω (ευγνωμοσύνη σε κάποιον)
  5. 05 έχω κάτι πίσω μου, υποστηρίζομαι από
負担 ふたん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βάρος, φορτίο, ευθύνη
  2. 02 επωμίζομαι, αναλαμβάνω (κόστος, ευθύνη κ.λπ.)
負け まけ N3

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 ήττα, απώλεια, το να χάνεις (σε παιχνίδι)
  2. 02 δεν ανταποκρίνομαι (στο όνομα, την εμφάνιση κ.λπ.)
  3. 03 έκπτωση, ζημιά (σε πώληση)
負傷 ふしょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τραυματισμός, πληγή

ουσιαστικό

  1. 01 αρνητικός, μείον
負荷 ふか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιβάρυνση, φόρτωση, ανάληψη ευθύνης, καταλογισμός
  2. 02 φορτίο (ηλεκτρικό, μηχανικό, κ.λπ.), πίεση, φόρτος εργασίας
  3. 03 δοκιμασία αντοχής (φυσικής λειτουργίας ή απόδοσης), δοκιμασία πρόκλησης
負傷者 ふしょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τραυματίας, τραυματισμένο άτομο
負い目 おいめ

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα χρέους, αίσθημα υποχρέωσης
負けず嫌い まけずぎらい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστικός, αχώνευτος, πεισματάρης, αλύγιστος, που δεν αντέχει την ήττα
負け犬 まけいぬ

ουσιαστικό

  1. 01 αποτυχημένος, ηττημένος, αυτός που δεν τα καταφέρνει, αδύναμος παίκτης
  2. 02 άγαμη γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας χωρίς παιδιά
負んぶ おんぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά κάποιου στην πλάτη (κυρίως παιδιού), piggyback
  2. 02 βασίζομαι σε κάποιον, εξαρτώμαι (οικονομικά) από κάποιον
負担をかける ふたんをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιβαρύνω, καταπονώ (π.χ. αντοχές)
負の感情 ふのかんじょう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αρνητικά συναισθήματα
負けず劣らず まけずおとらず

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 εξίσου, στον ίδιο βαθμό, ούτε κατά ένα γιώτα λιγότερο, στήθος με στήθος
  2. 02 ισάξιος, ισοδύναμος
負け惜しみ まけおしみ

ουσιαστικό

  1. 01 κακή αποδοχή της ήττας, απροθυμία παραδοχής της ήττας, ξινά σταφύλια (δικαιολογία για την αποτυχία)
負けないくらい まけないくらい

άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 όσο το δυνατόν περισσότερο, με τρόπο που δεν μπορεί να νικηθεί, αξεπέραστα
負かす まかす N1

ρήμα

  1. 01 νικώ, κερδίζω, επιβάλλμομαι
負わす おわす

ρήμα

  1. 01 επιβάλλω, επιφορτίζω, προκαλώ
負債 ふさい N1

ουσιαστικό

  1. 01 χρέος, παθητικό