199 αποτελέσματα για «間»

あいだ N4

ουσιαστικό, επίρρημα, σύνδεσμος

  1. 01 χώρος (μεταξύ), κενό, διάστημα, απόσταση, έκταση
  2. 02 χρονική περίοδος (κατά τη διάρκεια), διάρκεια, διάστημα
  3. 03 μεταξύ (δύο μερών ή πραγμάτων)
  4. 04 μεταξύ (μιας ομάδας)
  5. 05 σχέσεις (μεταξύ), σχέση
  6. 06 μέσο σημείο, μέσος όρος, μέση απόσταση, μέση λύση
  7. 07 λόγω, εξαιτίας
間違いない まちがいない

άλλο, επίθετο

  1. 01 σίγουρος, βέβαιος, αναμφισβήτητος
  2. 02 αξιόπιστος, έμπιστος
間違う まちがう

ρήμα

  1. 01 κάνω λάθος, είμαι λάθος, έχω άδικο
  2. 02 κάνω λάθος, το κάνω λανθασμένα
  3. 03 μπερδεύω, συγχέω (κάτι με κάτι άλλο)
かん

ουσιαστικό, επίθημα, επίρρημα

  1. 01 χρονικό διάστημα, περίοδος
  2. 02 ανάμεσα, μεταξύ, μεταξύ-
  3. 03 καλή ευκαιρία, ευκαιρία
  4. 04 αποξένωση, δυσαρμονία, ρήξη
  5. 05 κατάσκοπος, πράκτορας
間違い まちがい N3

ουσιαστικό

  1. 01 λάθος, σφάλμα, αστοχία, γκάφα
  2. 02 ατύχημα, απρόοπτο, κακοτυχία, πρόβλημα
  3. 03 ανάρμοστη συμπεριφορά (π.χ. σε σχέσεις ανδρών και γυναικών), αδιακρισία
間に合う まにあう N4

ρήμα

  1. 01 προλαβαίνω
  2. 02 εξυπηρετώ τον σκοπό, αρκώ, είμαι αρκετός, τα καταφέρνω, βολεύομαι
間違える まちがえる N4

ρήμα

  1. 01 κάνω λάθος (σε), σφάλλω, το κάνω λανθασμένα
  2. 02 μπερδεύω, συγχέω, εκλαμβάνω λανθασμένα (το ένα για το άλλο)
間もない まもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αμέσως μετά, μόλις, πριν από λίγο, σε ελάχιστο χρόνο
  2. 02 χωρίς να έχω χρόνο να
間近 まぢか

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κοντά, πλησίον
  2. 02 επικείμενος, προ των πυλών, σχεδόν εδώ
間抜け まぬけ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανόητος, χαζός, ηλίθιος
  2. 02 ανόητος, ηλίθιος, βλάκας, κουτός
間柄 あいだがら N1

ουσιαστικό

  1. 01 σχέση, συνάφεια, κατάσταση σχέσεων (φιλικές, καλές κ.λπ.)
間際 まぎわ

ουσιαστικό

  1. 01 λίγο πριν από, την στιγμή που (πρόκειται να συμβεί κάτι), στα πρόθυρα, παραμονή
  2. 02 άκρη (λίγο πριν από την άκρη)
間隔 かんかく N3

ουσιαστικό

  1. 01 διάστημα, κενό
  2. 02 χαρακτήρας κενού, λευκό διάστημα
間合い まあい

ουσιαστικό

  1. 01 παύση, διάστημα
  2. 02 απόσταση, εμβέλεια, εύρος
  3. 03 κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία
  4. 04 απόσταση μεταξύ αντιπάλων (κέντο)
間を置く まをおく

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω παύση, έχω σύντομο διάλειμμα
間に入る あいだにはいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενεργώ ως μεσολαβητής, παρεμβαίνω, μπαίνω στη μέση, διαμεσολαβώ, διακόπτω
間違っても まちがっても

άλλο

  1. 01 σε κάθε περίπτωση, ό,τι κι αν συμβεί, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ποτέ
間一髪 かんいっぱつ

ουσιαστικό

  1. 01 παρά τρίχα
間の抜けた まのぬけた

άλλο

  1. 01 ανόητος, χαζός, κουτός
間にある あいだにある

άλλο

  1. 01 που βρίσκεται ανάμεσα, μεσολαβητικός