368 αποτελέσματα για «入»

入念 にゅうねん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 προσεκτικός, σχολαστικός, λεπτομερής
入部 にゅうぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγγραφή σε όμιλο
入り組む いりくむ

ρήμα

  1. 01 περιπλέκομαι, γίνομαι δυσνόητος, μπλέκομαι
入社 にゅうしゃ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσληψη, ένταξη σε εταιρεία, ανάληψη εργασίας σε εταιρεία
入り乱れる いりみだれる

ρήμα

  1. 01 συγχέομαι, μπερδεύομαι
入れ違い いれちがい

ουσιαστικό

  1. 01 διασταύρωση χωρίς συνάντηση, είσοδος σε έναν χώρο ακριβώς αφού έχει αποχωρήσει κάποιος άλλος, αποχώρηση την ίδια στιγμή που κάποιος άλλος εισέρχεται
  2. 02 εισαγωγή με λάθος σειρά
入り浸る いりびたる

ρήμα

  1. 01 τριβωνίζω, συχνάζω κάπου για μεγάλο διάστημα
  2. 02 μουλιάζω, παραμένω βυθισμένος στο νερό για πολλή ώρα
入国 にゅうこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είσοδος σε μια χώρα
入れ込む いれこむ

ρήμα

  1. 01 σπρώχνω μέσα, γεμίζω, πακετάρω μέσα
  2. 02 ενθουσιάζομαι, τρελαίνομαι, έχω εμμονή
  3. 03 ενθουσιάζομαι, διεγείρομαι
入団 にゅうだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένταξη σε ομάδα ή οργανισμό, εγγραφή
入院中 にゅういんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 νοσηλευόμενος, στο νοσοκομείο
入試 にゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγικές εξετάσεις
入店 にゅうてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είσοδος σε κατάστημα, είσοδος σε εστιατόριο
  2. 02 πρόσληψη ως υπάλληλος καταστήματος, έναρξη εργασίας σε κατάστημα
  3. 03 άνοιγμα καταστήματος (σε πολυκατάστημα κ.λπ.)
入隊 にゅうたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάταξη
入荷 にゅうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άφιξη εμπορευμάτων, παραλαβή προϊόντων
入門 にゅうもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γίνομαι μαθητής (κάποιου), γίνομαι ακόλουθος, εγγράφομαι σε ίδρυμα, ξεκινώ εκπαίδευση
  2. 02 εισαγωγή (σε), αλφαβητάριο, οδηγός
  3. 03 εισοδος από πύλη
入れ替え いれかえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντικατάσταση, υποκατάσταση, αλλαγή
  2. 02 ελιγμός (σιδηροδρομικός), μεταγωγή
入りきる はいりきる

ρήμα

  1. 01 χωρώ (μέσα σε κάτι)
入れ知恵 いれぢえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποβολή ιδέας σε κάποιον, υπόδειξη, υπαινιγμός
入会 にゅうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισαγωγή (σε σωματείο, λέσχη κ.λπ.), εγγραφή, ένταξη, γίνεται μέλος