628 αποτελέσματα για «手»

手をかける てをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 αγγίζω, ακουμπάω
  2. 02 φροντίζω, προσέχω
  3. 03 κλέβω, αρπάζω
手を取る てをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω το χέρι κάποιου
手配 てはい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διευθέτηση, προετοιμασίες
  2. 02 αναζήτηση, έρευνα (από την αστυνομία)
手間 てま N3

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος, εργασία, κόπος, προσπάθεια
  2. 02 πληρωμή (για εργασία), αμοιβή, χρέωση, μισθός
  3. 03 κουραστική δουλειά, προβληματική δουλειά, χρονοβόρα δουλειά
手続き てつづき N2

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασία, μέθοδος, διατυπώσεις, πρακτικά
手がかり てがかり

ουσιαστικό

  1. 01 ένδειξη, στοιχείο, κλειδί, ίχνος, οδηγός
  2. 02 χειρολαβή, στήριγμα, σημείο κρατήματος
手入れ ていれ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φροντίδα, περιποίηση, επισκευή, συντήρηση, κούρεμα, κλάδεμα
  2. 02 έφοδος (αστυνομική), καταστολή, πάταξη
手加減 てかげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπολογίζοντας εμπειρικά, προσαρμόζοντας με την αίσθηση, επιδεξιότητα, χάρισμα
  2. 02 προσαρμόζω στην κατάσταση (τη δύναμη, την αυστηρότητα κ.λπ.), δείχνω επιείκεια, κάνω υποχωρήσεις, ενεργώ με διακριτικότητα
手を貸す てをかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 δίνω ένα χέρι, βοηθάω
手術 しゅじゅつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγχείρηση, επέμβαση, ιατρική πράξη
  2. 02 επιδεξιότητα στα χέρια, δεξιοτεχνία, ταχυδακτυλουργία
手袋 てぶくろ N4

ουσιαστικό

  1. 01 γάντι
手助け てだすけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βοήθεια, συνδρομή
手を打つ てをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 λαμβάνω προληπτικά μέτρα
  2. 02 συμφωνώ, καταλήγω σε συμφωνία, κλείνω συμφωνία (σε διαπραγματεύσεις κ.λπ.)
  3. 03 χτυπώ παλαμάκια
手作り てづくり

ουσιαστικό

  1. 01 χειροποίητος, σπιτικός, ιδιοκατασκευασμένος, ιδιοπαραγόμενος
手つき てつき

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος χρήσης των χεριών
手遅れ ておくれ N1

ουσιαστικό

  1. 01 αργοπορία, χάσιμο της τελευταίας ευκαιρίας
手早い てばやい

επίθετο

  1. 01 ευκίνητος, γρήγορος, επιδέξιος
手柄 てがら

ουσιαστικό

  1. 01 κατόρθωμα, επίτευγμα, αξιέπαινη πράξη, διακεκριμένη υπηρεσία
手際 てぎわ N1

ουσιαστικό

  1. 01 επιδεξιότητα, ικανότητα, τεχνική κατάρτιση
  2. 02 απόδοση, κατασκευή, μαστοριά, εκτέλεση
手の甲 てのこう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ραχιαία επιφάνεια του χεριού