199 αποτελέσματα για «打»
打ち上げ うちあげ
ουσιαστικό
- 01 εκτόξευση (πυραύλου, δορυφόρου κ.λπ.), απογείωση, εκτόξευση πυροτεχνημάτων, επίδειξη πυροτεχνημάτων
- 02 τέλος (έργου, παραστάσεων κ.λπ.), λήξη, ολοκλήρωση
- 03 πάρτι για τον επιτυχή τερματισμό ενός έργου (σειράς παραστάσεων κ.λπ.), πάρτι λήξης
打開 だかい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σπάζω το αδιέξοδο
打算 ださん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπολογισμός, ιδιοτέλεια, εγωισμός
打ち倒す うちたおす
ρήμα
- 01 ρίχνω κάτω, καταβάλλω, νικώ
打ち勝つ うちかつ
ρήμα
- 01 κατακτώ (π.χ. έναν εχθρό), νικώ
- 02 ξεπερνώ (μια δυσκολία)
- 03 χτυπώ πιο δυνατά ή αποτελεσματικότερα
打診 だしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίκρουση, κρούση, εξέταση με επίκρουση
- 02 βολιδοσκόπηση (προθέσεων κάποιου), προσέγγιση (για κάποιο θέμα)
打破 だは
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάλυση, νίκη, κατάργηση
打ち合う うちあう
ρήμα
- 01 αλληλοχτυπιέμαι, ανταλλάσσω χτυπήματα, συμπλέκομαι
打ち鳴らす うちならす
ρήμα
- 01 χτυπώ (καμπάνα), κρούω (γκονγκ, τύμπανο κ.λπ.), ηχώ
打ち震える うちふるえる
ρήμα
- 01 τρέμω
打ちひしぐ うちひしぐ
ρήμα
- 01 συνθλίβω (κάτω από το βάρος της ατυχίας)
打って出る うってでる
ρήμα
- 01 κάνω το ντεμπούτο μου, εμφανίζομαι για πρώτη φορά στο προσκήνιο
打撲 だぼく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χτύπημα, μώλωπας, πλήγμα (στο σώμα)
打ち合わせる うちあわせる
ρήμα
- 01 χτυπώ το ένα πάνω στο άλλο, προσκρούω
- 02 κανονίζω (π.χ. μια συνάντηση), συζητώ (εκ των προτέρων), συντονίζω, προγραμματίζω
打開策 だかいさく
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο για την υπέρβαση ενός εμποδίου ή τη διέξοδο από ένα αδιέξοδο, λύση διεξόδου
打ち払う うちはらう
ρήμα
- 01 απομακρύνω με το χέρι, παραμερίζω
- 02 απωθώ (π.χ. εχθρό), διώχνω, τρέπω σε φυγή
打ち抜く うちぬく
ρήμα
- 01 διαπερνώ (π.χ. έναν τοίχο), διατρυπώ, τρυπώ, ανοίγω οπή
- 02 διανοίγω (οπή, σχέδιο κ.λπ.), εκκόπτω (π.χ. ένα κέρμα)
- 03 γκρεμίζω (διαχωριστικά ανάμεσα σε δωμάτια), ενοποιώ (πολλά δωμάτια σε ένα)
- 04 ολοκληρώνω (κάτι μέχρι το τέλος), φέρω σε πέρας
打ち捨てる うちすてる
ρήμα
- 01 πετώ, εγκαταλείπω
打ち負かす うちまかす
ρήμα
- 01 νικώ, κερδίζω
打ち据える うちすえる
ρήμα
- 01 χτυπώ κάποιον κάτω, ρίχνω κάτω, ξυλοκοπώ, δέρνω βάναυσα
- 02 τοποθετώ σταθερά