113 αποτελέσματα για «振»

振り返す ふりかえす

ρήμα

  1. 01 ανταποδίδω τον χαιρετισμό με το χέρι
振れる ふれる

ρήμα

  1. 01 ταλαντεύομαι, κουνιέμαι, ανεμίζω
  2. 02 παρεκκλίνω, στρέφομαι, γέρνω προς
振り込む ふりこむ

ρήμα

  1. 01 πραγματοποιώ πληρωμή μέσω τραπεζικής μεταφοράς
  2. 02 απορρίπτω το νικητήριο πλακίδιο άλλου παίκτη (στο ματζόνγκ)
振りをする ふりをする

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσποιούμαι, παριστάνω (σαν να)
振り出し ふりだし N1

ουσιαστικό

  1. 01 τίναγμα, ανακίνηση
  2. 02 αφετηρία, αρχή, απαρχή
  3. 03 έκδοση, έκδοση συναλλάγματος
  4. 04 ρίψη ζαριών
  5. 05 έγχυμα
  6. 06 αλατιέρα, αναδευτήρας
振り分ける ふりわける

ρήμα

  1. 01 διαιρώ στα δύο, χωρίζω στη μέση
  2. 02 μοιράζω, κατανέμω, διανέμω, διαμοιράζω, αναθέτω
振り仰ぐ ふりあおぐ

ρήμα

  1. 01 κοιτάζω ψηλά
振りかける ふりかける

ρήμα

  1. 01 πασπαλίζω (π.χ. αλάτι, πιπέρι, κ.λπ. πάνω στο φαγητό)
振り子 ふりこ

ουσιαστικό

  1. 01 εκκρεμές
振興 しんこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαγωγή, ενθάρρυνση
振り付け ふりつけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χορογραφία, σύνθεση χορού, διδασκαλία χορού
振り出す ふりだす

ρήμα

  1. 01 τινάζω έξω, εκτινάζω
  2. 02 εκδίδω επιταγή (συναλλαγματική, γραμμάτιο κ.λπ.)
  3. 03 εκχυλίζω (π.χ. σε καυτό νερό)
振り袖 ふりそで

ουσιαστικό

  1. 01 κιμονό με μακριά μανίκια
振り分け ふりわけ

ουσιαστικό

  1. 01 μοίρασμα, διαχωρισμός, κατανομή
  2. 02 μεταφορά δύο δεμάτων δεμένων μαζί στους ώμους
  3. 03 μαλλιά χωρισμένα στη μέση
振り立てる ふりたてる

ρήμα

  1. 01 τινάzω (το κεφάλι), ανεμίζω (μια σημαία), υψώνω έντονα, υψώνω τη φωνή
振り捨てる ふりすてる

ρήμα

  1. 01 τινάζω, αποτινάσσω
  2. 02 εγκαταλείπω, παρατάω
振り合う ふりあう

ρήμα

  1. 01 αγγίζομαι
振幅 しんぷく

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτος (ταλάντωσης)
  2. 02 αστάθεια, μεταβλητότητα, διακύμανση, αυξομείωση, εύρος διακύμανσης
振り向ける ふりむける

ρήμα

  1. 01 στρέφω, γυρίζω
  2. 02 διαθέτω, παραχωρώ, ορίζω (για άλλο σκοπό ή χρήση)
振る ぶる

επίθημα, ρήμα

  1. 01 υιοθετώ ένα ύφος..., συμπεριφέρομαι ως..., παριστάνω τον..., υποκρίνομαι τον...
  2. 02 παίρνω ύφος, είμαι υπερόπτης