706 αποτελέσματα για «生»

生まれてくる うまれてくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γεννιέμαι, έρχομαι στον κόσμο
生まれ変わる うまれかわる

ρήμα

  1. 01 ξαναγεννιέμαι, κάνω μια νέα αρχή στη ζωή
生き返る いきかえる

ρήμα

  1. 01 ξαναζωντανεύω, συνέρχομαι
生産 せいさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραγωγή, κατασκευή
生産 せいざん

ουσιαστικό

  1. 01 γέννα
生まれて初めて うまれてはじめて

άλλο, επίρρημα

  1. 01 για πρώτη φορά στη ζωή μου
生活を送る せいかつをおくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαβιώνω, ζω τη ζωή μου
生存 せいぞん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ύπαρξη, ον, ζωή, επιβίωση
生々しい なまなましい

επίθετο

  1. 01 ζωηρός (μνήμη, περιγραφή κ.λπ.), φρέσκος, παραστατικός, ακατέργαστος, ρεαλιστικός, άμεσος (εμπειρία)
  2. 02 φρέσκος (αίμα, πληγή κ.λπ.), καινούργιος, πρόσφατος, που μόλις συνέβη
生前 せいぜん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 εν ζωή, κατά τη διάρκεια της ζωής κάποιου
生死 せいし N1

ουσιαστικό

  1. 01 ζωή και θάνατος, ζωή ή θάνατος
  2. 02 σαμσάρα (κύκλος θανάτου και αναγέννησης)
  3. 03 θάνατος
生き生き いきいき N2

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 ζωντανά, έντονα, φρέσκα, με ζωντάνια, δραστήρια, ενεργητικά
生徒会 せいとかい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητικό συμβούλιο
生徒会長 せいとかいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου
生身 なまみ N1

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανή σάρκα, σάρκα και οστά, ζωντανός (άνθρωπος)
  2. 02 ωμός (σάρκα, ειδικά ψάρι)
生身 しょうじん

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικό σώμα του Βούδα ή ενός μποντισάτβα
  2. 02 σώμα με το οποίο γεννιέται κανείς
生気 せいき

ουσιαστικό

  1. 01 ζωή, ζωτικότητα, σφρίγος, ακμή, ζωντάνια, πνεύμα
生命力 せいめいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ζωτικότητα, ζωτική ενέργεια
生成 せいせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημιουργία, παραγωγή, σχηματισμός, παραγωγή (από άλλη πηγή)
生き残り いきのこり

ουσιαστικό

  1. 01 επιβίωση
  2. 02 επιζών, απομεινάρι, κατάλοιπο