59 αποτελέσματα για «留»

留置 りゅうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κράτηση (συνήθως κατά τη διάρκεια έρευνας), φυλάκιση, κατάσχεση, φύλαξη
留学先 りゅうがくさき

ουσιαστικό

  1. 01 προορισμός για σπουδές στο εξωτερικό
留守を預かる るすをあずかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω τη φύλαξη κάποιου χώρου κατά την απουσία του ιδιοκτήτη
留保 りゅうほ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιφύλαξη, παρακράτηση
留守宅 るすたく

ουσιαστικό

  1. 01 σπίτι του οποίου οι ένοικοι απουσιάζουν
留守録 るすろく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτόματη εγγραφή (βίντεο, ήχου) σε απουσία
  2. 02 μήνυμα στον τηλεφωνητή
留任 りゅうにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμονή στο αξίωμα, διατήρηση της θέσης, παραμονή στη θέση κάποιου
留意点 りゅういてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημεία που πρέπει να θυμάται κανείς, πράγματα που πρέπει να έχει κατά νου, σημειώσεις
留年生 りゅうねんせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής που επαναλαμβάνει την ίδια τάξη
留め置き とめおき

ουσιαστικό

  1. 01 κράτηση, φύλαξη, συγκράτηση
  2. 02 αλληλογραφία που παρακρατείται στο ταχυδρομείο
留め針 とめばり

ουσιαστικό

  1. 01 καρφίτσα
留袖 とめそで

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημο κιμονό, συνήθως μαύρο, με σχέδια στο κάτω μέρος της φούστας που φοριέται από παντρεμένες γυναίκες σε τελετουργικές περιστάσεις, τελετουργικό κιμονό παντρεμένης γυναίκας
留意事項 りゅういじこう

ουσιαστικό

  1. 01 σημεία που χρήζουν προσοχής, σημεία προβληματισμού, ζητήματα προς υπενθύμιση, ζητήματα που απαιτούν προσοχή
留別 りゅうべつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχαιρετισμός σε όσους μένουν πίσω
留守を使う るすをつかう

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσποιούμαι ότι λείπω από το σπίτι
留木 とめぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αρωματικό ξύλο
  2. 02 ξύλινος πάσσαλος, ξύλινη περόνη
留桶 とめおけ

ουσιαστικό

  1. 01 κουβάς που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο σε λουτρό
留鳥 りゅうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδημικό πτηνό (πτηνό που δεν μεταναστεύει)
留日 りゅうにち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπουδές στην Ιαπωνία
  2. 02 παραμονή στην Ιαπωνία
留守家族 るすかぞく

ουσιαστικό

  1. 01 μέλη της οικογένειας που παραμένουν στο σπίτι