539 αποτελέσματα για «出»

出立 しゅったつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναχώρηση
出直す でなおす

ρήμα

  1. 01 κάνω μια νέα αρχή, γυρίζω σελίδα
  2. 02 επισκέπτομαι ξανά, ξανάρχομαι
出し抜く だしぬく

ρήμα

  1. 01 ξεγελάω, υπερκεράζω, προλαβαίνω, αιφνιδιάζω, προβλέπω τις κινήσεις κάποιου, προλαμβάνω
出陣 しゅつじん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξοδος στη μάχη, αναχώρηση για το μέτωπο
  2. 02 συμμετοχή (σε αγώνα)
  3. 03 έναρξη προεκλογικής εκστρατείας
出店 しゅってん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοιγμα νέου καταστήματος, ίδρυση νέου υποκαταστήματος
  2. 02 στήσιμο πάγκου (σε φεστιβάλ, εμπορική έκθεση, κ.λπ.), στήσιμο περιπτέρου, συμμετοχή σε έκθεση
出来るようになる できるようになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καθίσταμαι δυνατό, αποκτώ τη δυνατότητα να κάνω κάτι
出版社 しゅっぱんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εκδότης, εκδοτικός οίκος, εκδοτική εταιρεία
出し物 だしもの

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα (π.χ. θεάτρου)
  2. 02 θεατρικό έργο, νούμερο, παράσταση, θέμα
出自 しゅつじ

ουσιαστικό

  1. 01 καταγωγή, τόπος γέννησης
  2. 02 καταγωγή, γενεαλογία, προγονική γραμμή, σόι
出没 しゅつぼつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφανίζομαι συχνά, παρουσιάζομαι επανειλημμένα, εμφανίζομαι και εξαφανίζομαι
出でる いでる

ρήμα

  1. 01 πηγαίνω, έρχομαι
出し入れ だしいれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάθεση και ανάληψη, είσοδος και έξοδος πραγμάτων
出費 しゅっぴ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξοδα, δαπάνες
出で立ち いでたち

ουσιαστικό

  1. 01 ενδυμασία, εμφάνιση
出頭 しゅっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφάνιση, παρουσία
  2. 02 παράδοση (π.χ. στην αστυνομία), αυτοπαράδοση
出始める ではじめる

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να εμφανίζομαι, αρχίζω να παρουσιάζομαι
出遅れる でおくれる

ρήμα

  1. 01 ξεκινώ καθυστερημένα
出張る でばる

ρήμα

  1. 01 προεξέχω, εξέχω, προβάλλω
  2. 02 μεταβαίνω κάπου για εργασία, πηγαίνω κάπου για επαγγελματικό σκοπό, αναχωρώ για επαγγελματικό ταξίδι
出かかる でかかる

ρήμα

  1. 01 ξεπροβάλλω, είμαι μισοβγαλμένος, έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου
出前 でまえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διανομή φαγητού στο σπίτι (ντεμάε), υπηρεσία τροφοδοσίας εκτός καταστήματος