156 αποτελέσματα για «着»

着せ替える きせかえる

ρήμα

  1. 01 ντύνω (κάποιον άλλον, π.χ. παιδί, κούκλα), αλλάζω την ταπετσαρία ή το θέμα (σε smartphone κ.λπ.)
着古す きふるす

ρήμα

  1. 01 παλιώνω (ρούχα) από τη χρήση
着直す きなおす

ρήμα

  1. 01 αλλάζω ρούχα
着る物 きるもの

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ένδυμα, ρούχα
着座 ちゃくざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθισμός, κατάληψη θέσης
着工 ちゃっこう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έναρξη οικοδομικών εργασιών
着艦 ちゃっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσνήωση σε αεροπλανοφόρο, προσγείωση στο κατάστρωμα
  2. 02 άφιξη σε πολεμικό πλοίο, κατάπλοι πολεμικού πλοίου σε λιμένα
着崩れ きくずれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεκούμπωμα (ρούχων), λύσιμο, εμφάνιση ατημέλητης εικόνας
着付ける きつける

ρήμα

  1. 01 ντύνω, φοράω
  2. 02 συνηθίζω να φοράω
着信拒否 ちゃくしんきょひ

ουσιαστικό

  1. 01 απόρριψη εισερχομένων (από τηλεφωνικό αριθμό ή διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου)
着脱 ちゃくだつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φόρεμα και βγάλσιμο, τοποθέτηση και αφαίρεση
着用者 ちゃくようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που φοράει κάτι, χρήστης
着やせ きやせ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δείχνω αδύνατος μέσα στα ρούχα
着メロ ちゃくメロ

ουσιαστικό

  1. 01 μελωδικοί ήχοι κλήσης (ειδικά για κινητά τηλέφωνα), ήχος κλήσης
着床 ちゃくしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφύτευση (εμβρύου)
着装 ちゃくそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένδυση, φόρεμα
  2. 02 προσάρτηση, τοποθέτηση, εγκατάσταση
着眼 ちゃくがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εστιάζω σε, δίνω προσοχή σε
  2. 02 παρατήρηση, αντίληψη, προσέχω
着する ちゃくする

ρήμα

  1. 01 φτάνω, καταφθάνω
  2. 02 προσκολλώμαι
  3. 03 επιμένω
  4. 04 φορώ, βάζω ρούχα
着色料 ちゃくしょくりょう

ουσιαστικό

  1. 01 χρωστική ουσία, χρωστικό μέσο, (τροφίμων) χρώμα, χρωστική
着信メロディ ちゃくしんメロディ

ουσιαστικό

  1. 01 μελωδικός ήχος κλήσης