128 αποτελέσματα για «突»

突き立つ つきたつ

ρήμα

  1. 01 καρφώνομαι, μπήγομαι
  2. 02 προεξέχω, υψώνομαι απότομα, ορθώνομαι
  3. 03 στέκομαι (χωρίς να κάνω τίποτα)
突っぱねる つっぱねる

ρήμα

  1. 01 απορρίπτω, αποποιούμαι, απορρίπτω (πρόταση), αρνούμαι
突き詰める つきつめる

ρήμα

  1. 01 διερευνώ διεξοδικά, εξετάζω προσεκτικά, ερευνώ σε βάθος, φτάνω στο βάθος ενός ζητήματος
  2. 02 εμμονικά απασχολούμαι με μια σκέψη, αναλογίζομαι με αγωνία, ανησυχώ υπερβολικά για κάτι
突っ張る つっぱる N1

ρήμα

  1. 01 παθαίνω κράμπα, σφίγγομαι, σκληραίνω
  2. 02 επιμένω, εμμένω (στη γνώμη μου), κρατώ σταθερή στάση
  3. 03 κάνω τον σκληρό, μπλοφάρω, αψηφώ, είμαι απείθαρχος
  4. 04 στηρίζω (π.χ. με έναν στύλο), υποβαστάζω
  5. 05 εκτείνω (τα πόδια ή τα χέρια μου), τεντώνω (π.χ. ένα χέρι στον τοίχο), πιέζω
  6. 06 σπρώχνω (τον αντίπαλό μου)
突破口 とっぱこう

ουσιαστικό

  1. 01 διέξοδος (έρευνας κ.λπ.), ρήγμα, άνοιγμα
突き込む つきこむ

ρήμα

  1. 01 καρφώνω, σπρώχνω, στριμώχνω, παραγεμίζω
  2. 02 ορμάω, εισβάλλω, εμβολίζω, προσκρούω
  3. 03 εμβαθύνω, εξετάζω εις βάθος, φτάνω στην ουσία
  4. 04 πιέζω, επισημαίνω (π.χ. μια ασυνέπεια), ανακρίνω αυστηρά
  5. 05 ανακατεύομαι, εμπλέκομαι, χώνω τη μύτη μου
  6. 06 απαντώ άμεσα, ανταπαντώ, λέω μια πνευματώδη απάντηση
突き当たる つきあたる N2

ρήμα

  1. 01 προσκρούω, συγκρούομαι, πέφτω πάνω σε κάτι
  2. 02 φτάνω στο τέρμα ενός δρόμου
  3. 03 συναντώ δυσκολίες, έρχομαι αντιμέτωπος με προβλήματα
突き返す つきかえす

ρήμα

  1. 01 ανταποδίδω ένα χτύπημα, αντεπιτίθεμαι, απαντώ με γροθιά
  2. 02 απορρίπτω, επιστρέφω
突然変異 とつぜんへんい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάλλαξη
突貫 とっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έφοδος (εναντίον του εχθρού) με κραυγή, ορμή
  2. 02 βιαστική διεκπεραίωση (μιας δραστηριότητας), εργασία με πλήρη ταχύτητα
  3. 03 διείσδυση, διάτρηση
突き合わせる つきあわせる

ρήμα

  1. 01 τοποθετώ πρόσωπα αντικριστά, έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο
  2. 02 συγκρίνω (με), ελέγχω (σε αντιπαραβολή με), αντιστοιχίζω, συμφωνώ
突き崩す つきくずす

ρήμα

  1. 01 γκρεμίζω, κατεδαφίζω, ισοπεδώνω
  2. 02 συντρίβω (π.χ. εχθρό), προκαλώ σύγχυση
  3. 03 αντικρούω, αποδομώ, υπονομεύω
突然目 とつぜんめ

άλλο

  1. 01 κάπως ξαφνικός
突発 とっぱつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιφνίδια εμφάνιση, ξαφνικό ξέσπασμα
突く つつく N1

ρήμα

  1. 01 σκουντάω επανειλημμένα, σπρώχνω ελαφρά
  2. 02 τσιμπάω (το φαγητό μου), τσιμπολογάω
  3. 03 τσιμπάω (κάποιον για τα ελαττώματά του κ.λπ.), σχολιάζω επικριτικά
  4. 04 παρακινώ, προτρέπω, υποκινώ
突端 とったん

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη ακρωτηρίου, μύτη
突き通す つきとおす

ρήμα

  1. 01 διαπερνώ, τρυπώ
突っ返す つっかえす

ρήμα

  1. 01 ανταποδίδω το χτύπημα, αντεπιτίθεμαι με γροθιά
  2. 02 απορρίπτω, επιστρέφω
突起物 とっきぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 προεξοχή, προεξέχον αντικείμενο
  2. 02 άμβων (ανατομία, βοτανική)
突き倒す つきたおす

ρήμα

  1. 01 σπρώχνω προς τα κάτω, ρίχνω κάτω