100 αποτελέσματα για «顔»
顔料 がんりょう
ουσιαστικό
- 01 χρωστική
- 02 μπογιά, χρώμα
顔を揃える かおをそろえる
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι όλοι παρόντες (σε μια συνάντηση κ.λπ.), συγκεντρώνομαι
顔文字 かおもじ
ουσιαστικό
- 01 εικονίδιο έκφρασης, χαμογελαστό πρόσωπο, καομότζι
顔の作り かおのつくり
ουσιαστικό
- 01 χαρακτηριστικά του προσώπου
顔の広い かおのひろい
επίθετο
- 01 γνωστός, κοινωνικά δικτυωμένος
顔を売る かおをうる
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι γνωστός στο ευρύ κοινό, αποκτώ δημοτικότητα, αποκτώ επιρροή
顔射 がんしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκσπερμάτιση στο πρόσωπο του συντρόφου
顔が立つ かおがたつ
άλλο, ρήμα
- 01 διασώζω το κύρος μου, διατηρώ την υπόληψή μου
顔を貸す かおをかす
άλλο, ρήμα
- 01 διαθέτω λίγο από τον χρόνο μου σε κάποιον
顔つなぎ かおつなぎ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διατηρώ επαφή, παραμένω σε επικοινωνία, κάνω αισθητή την παρουσία μου
- 02 συστήνω (αγνώστους μεταξύ τους), γνωρίζομαι (με κάποιον)
顔認証 かおにんしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταυτοποίηση μέσω αναγνώρισης προσώπου
顔 かんばせ
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο, όψη, χαρακτηριστικά προσώπου
- 02 τιμή, υπόληψη, αξιοπρέπεια
顔芸 かおげい
ουσιαστικό
- 01 η τέχνη των αστείων μορφασμών, εκφραστική ερμηνεία προσώπου
顔が売れる かおがうれる
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι ευρέως γνωστός, αποκτώ φήμη
顔を直す かおをなおす
άλλο, ρήμα
- 01 φρεσκάρω το μακιγιάζ μου
顔認識 かおにんしき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναγνώριση προσώπου
顔をつなぐ かおをつなぐ
άλλο, ρήμα
- 01 διατηρώ τις γνωριμίες μου
顔面神経 がんめんしんけい
ουσιαστικό
- 01 προσωπικό νεύρο
顔面騎乗 がんめんきじょう
ουσιαστικό
- 01 καθιστό στον πρόσωπο (σεξουαλική πράξη)
顔バレ かおバレ
ουσιαστικό
- 01 αποκάλυψη του προσώπου κάποιου, εμφάνιση του προσώπου κάποιου σε δημόσια θέα