1588 αποτελέσματα για «一»

一帯 いったい N3

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρη περιοχή, όλη η περιοχή
  2. 02 έκταση (γης), τμήμα, ζώνη
一瞬にして いっしゅんにして

άλλο, επίρρημα

  1. 01 σε μια στιγμή, ακαριαία, σε ένα δευτερόλεπτο, στιγμιαία, εν ριπή οφθαλμού
一変 いっぺん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης αλλαγή, ριζική μεταστροφή
一滴 いってき

ουσιαστικό

  1. 01 μία σταγόνα (υγρού)
一環 いっかん

ουσιαστικό

  1. 01 κρίκος (π.χ. σε μια αλυσίδα γεγονότων), μέρος (ενός σχεδίου, μιας εκστρατείας, δραστηριοτήτων κ.λπ.)
  2. 02 μονοκυκλικός
一心 いっしん N1

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 αφοσίωση, συγκέντρωση
  2. 02 ολοψυχία, ψυχή τε και σώματι
一昨日 おととい N5

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 προχθές
一転 いってん

ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα

  1. 01 μία περιστροφή, γύρισμα
  2. 02 ολοκληρωτική αλλαγή, ανατροπή, στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, απότομη μεταμόρφωση
一人一人 ひとりひとり N3

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 ένας ένας, ξεχωριστά, ο καθένας, ένα ένα (για άτομα), με τη σειρά
一息 ひといき N1

ουσιαστικό

  1. 01 μία ανάσα
  2. 02 ο χρόνος μιας ανάσας
  3. 03 παύση, διάλειμμα, ανάπαυλα, μικρή ανάπαυλα
  4. 04 με μία κίνηση, χωρίς σταμάτημα
  5. 05 μικρή προσπάθεια, λίγη παραπάνω προσπάθεια
一日中 いちにちじゅう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 όλη την ημέρα, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας
一台 いちだい

ουσιαστικό

  1. 01 ένα μηχάνημα, ένα όχημα
一人前 いちにんまえ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μία μερίδα, ένα άτομο
  2. 02 ενήλικας, ώριμος άνθρωπος
  3. 03 ολοκληρωμένος, καταξιωμένος, ικανός
一息つく ひといきつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω μια ανάσα, ξεκουράζομαι για λίγο
  2. 02 ανασαίνω, παίρνω ανάσα
一様 いちよう N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ομοιόμορφος, ίσος, ίδιος, πανομοιότυπος
  2. 02 κοινός, συνηθισμένος, τυπικός
一から いちから

άλλο

  1. 01 από την αρχή, εξ υπαρχής
一目見る ひとめみる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ρίχνω μια ματιά, ρίχνω μια γρήγορη ματιά
一軒 いっけん

ουσιαστικό

  1. 01 ένα σπίτι
一端 いったん

ουσιαστικό

  1. 01 μία άκρη, ένα άκρο
  2. 02 μέρος, τμήμα, απόσπασμα
一ヶ月 いっかげつ

ουσιαστικό

  1. 01 ένας μήνας