150 αποτελέσματα για «丸»

丸で まるで

επίρρημα

  1. 01 σαν να, ακριβώς όπως
  2. 02 καθόλου, διόλου
  3. 03 πραγματικά, εντελώς, τελείως
まる N3

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 κύκλος
  2. 02 ολότητα, σύνολο, πλήρης, ολοκληρωμένος
  3. 03 χρήματα, παράς, φράγκα
  4. 04 περίβολος εντός των τειχών ενός κάστρου
  5. 05 μαλακόχελων, χελώνα με μαλακό καβούκι
  6. 06 επίθημα για ονόματα πλοίων, επίθημα για ονόματα ανθρώπων (ιδίως βρεφών), επίθημα για ονόματα σπαθιών, πανοπλιών, μουσικών οργάνων κ.λπ., επίθημα για ονόματα σκύλων, αλόγων κ.λπ.
丸い まるい

επίθετο

  1. 01 στρογγυλός, κυκλικός, σφαιρικός
  2. 02 καμπύλος, λείος
  3. 03 αρμονικός, ήρεμος, ειρηνικός, καλοσυνάτος, φιλικός
丸める まるめる N1

ρήμα

  1. 01 στρογγυλεύω, τυλίγω, κουλουριάζω
  2. 02 αποπλανώ, παρασύρω, δικαιολογώ
  3. 03 στρογγυλοποιώ (έναν αριθμό)
  4. 04 ξυρίζω (το κεφάλι)
  5. 05 ομαδοποιώ, συγκεντρώνω όλα μαζί
丸ごと まるごと N1

επίρρημα

  1. 01 ολόκληρος, στο σύνολό του, εξ ολοκλήρου
丸出し まるだし

ουσιαστικό

  1. 01 εκτεθειμένος, γυμνός, ακάλυπτος, σε κοινή θέα, ακαλύπτωτος, έντονος (για προφορά)
丸見え まるみえ

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρως ορατός, σε κοινή θέα, εντελώς φανερός
丸くなる まるくなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι πιο πράος (π.χ. προσωπικότητα)
  2. 02 στρογγυλεύω
  3. 03 κουλουριάζομαι, καμπουριάζω
丸太 まるた

ουσιαστικό

  1. 01 κορμός δέντρου
  2. 02 τριβολόδων (Tribolodon hakonensis)
  3. 03 πειραματόζωο (ανθρώπινο υποκείμενο σε πειράματα της Μονάδας 731 κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο)
  4. 04 ιερόδουλη μεταμφιεσμένη σε βουδίστρια μοναχή
丸まる まるまる

ρήμα

  1. 01 στρογγυλεύω, κουλουριάζομαι
丸一日 まるいちにち

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρη η ημέρα, ολόκληρη τη μέρα
丸々 まるまる N1

άλλο, ρήμα, επίρρημα

  1. 01 παχουλός, στρογγυλός, εύσωμος
  2. 02 ολοκληρωτικά, εντελώς, εξ ολοκλήρου
丸投げ まるなげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης ανάθεση ενός έργου σε υπεργολάβους, καθολική εξωτερική ανάθεση
  2. 02 πλήρης μεταβίβαση μιας ευθύνης σε κάποιον άλλον, αποφόρτωση (προβλήματος, εργασίας κ.λπ.), ολοκληρωτική εκχώρηση αρμοδιοτήτων
丸腰 まるごし

ουσιαστικό

  1. 01 άοπλος, χωρίς όπλα
丸く収まる まるくおさまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διευθετώ ειρηνικά, επιλύω με ηρεμία, καταλήγω σε φιλική λύση, συμφιλιώνομαι
丸み まるみ

ουσιαστικό

  1. 01 στρογγυλάδα, καμπυλότητα
  2. 02 ωριμότητα, πραότητα
丸め込む まるめこむ

ρήμα

  1. 01 μεταπείθω, καλοπιάνω, δελεάζω, κερδίζω με το μέρος μου, αποπλανώ
  2. 02 τυλίγω και βάζω μέσα (σε κάτι), δέω σε δέμα
丸焼き まるやき

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρο ψητό (π.χ. γουρουνόπουλο, γαλοπούλα κ.λπ.)
丸っこい まるっこい

επίθετο

  1. 01 στρογγυλός, σφαιρικός, κυκλικός
丸くなって まるくなって

άλλο

  1. 01 σε κύκλο, κυκλικά