53 αποτελέσματα για «凝»

凝乎と じっと

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 ακίνητα (π.χ. στέκομαι, περιμένω), ακίνητος
  2. 02 καρφωμένα (π.χ. κοιτάζω, ατενίζω), προσήλωση (π.χ. ακούω, σκέφτομαι)
  3. 03 υπομονετικά (αντέχω), στωικά
  4. 04 σταθερά (π.χ. κρατώ), συγκρατημένα
凝視 ぎょうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίμονο βλέμμα, ατένισμα, προσήλωση
凝る こる N1

ρήμα

  1. 01 πιάνομαι (για τους μύες), σφίγγομαι
  2. 02 αφοσιώνομαι σε κάτι, αποκτώ πάθος για κάτι, κολλάω με κάτι, εμμονικά εστιάζω
  3. 03 επιμελούμαι με λεπτομέρεια, φροντίζω την πολυπλοκότητα, επιδιώκω την εξαιρετική ποιότητα, δείχνω ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια
凝縮 ぎょうしゅく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπύκνωση (ιδεών, συναισθημάτων κ.λπ.), συγκέντρωση
  2. 02 συμπύκνωση (ατμού ή αερίου)
凝らす こらす N1

ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνω, εστιάζω, αφιερώνομαι, αφοσιώνομαι
  2. 02 σφίγγομαι, πιάνομαι, τεντώνομαι
凝らす こごらす

ρήμα

  1. 01 παγώνω, πήζω
  2. 02 συγκεντρώνω την προσοχή μου σε κάτι, αφοσιώνομαι σε κάτι, συλλογίζομαι, στοχάζομαι
凝り固まる こりかたまる

ρήμα

  1. 01 πήζω, στερεοποιούμαι, θρομβώνομαι
  2. 02 γίνομαι φανατικός, εμμένω με εμμονή, προσκολλώμαι
  3. 03 ακαμπταίνω, σφίγγω, πιάνω (για τους μύες)
凝固 ぎょうこ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πήξη, πάγωμα, στερεοποίηση
凝り しこり

ουσιαστικό

  1. 01 μυϊκό πιάσιμο (ιδιαίτερα στους ώμους)
  2. 02 όγκος (σε ιστό, ιδίως στο στήθος), οίδημα, σκλήρυνση, βλάβη
  3. 03 επίμονη δυσφορία, ανησυχία, κακή επίγευση, δυσάρεστο συναίσθημα
凝り こごり

ουσιαστικό

  1. 01 πήξιμο, ζελατινοποίηση, ζελέ
  2. 02 ζωμός ψαριού που έχει πήξει
凝然 ぎょうぜん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 ακίνητος, ακλόνητος, παγωμένος στη θέση του
凝集 ぎょうしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσσωμάτωση, συνένωση
  2. 02 συνοχή (ιόντων κ.λπ.)
  3. 03 κροκίδωση (κολλοειδών σωματιδίων)
  4. 04 συγκόλληση
凝り性 こりしょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τάση για απόλυτη ενασχόληση με κάτι, μονομανία, τελειομανία, σχολαστικότητα, μεθοδικότητα
  2. 02 προδιάθεση για δυσκαμψία στους ώμους
凝結 ぎょうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στερεοποίηση, πήξη, πάγωμα, κόψιμο (γάλακτος), σταθεροποίηση
  2. 02 πηκτοποίηση
  3. 03 συμπύκνωση
凝る こごる

ρήμα

  1. 01 πήζω, ζελατινοποιούμαι, στερεοποιούμαι, παγώνω
凝議 ぎょうぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαβούλευση, σύσκεψη
凝血 ぎょうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πήγμα αίματος, θρόμβος, πήζω
凝然として ぎょうぜんとして

άλλο

  1. 01 ήσυχα, ακίνητος, δίχως την παραμικρή κίνηση
凝りだす こりだす

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να ασχολούμαι φανατικά με κάτι (π.χ. ένα χόμπι)
凝固剤 ぎょうこざい

ουσιαστικό

  1. 01 πηκτικό μέσο, πηκτικό υλικό