395 αποτελέσματα για «前»

まえ N5

ουσιαστικό, επίρρημα, επίθημα

  1. 01 μπροστά (από), πριν (π.χ. ένα κτίριο)
  2. 02 πριν, νωρίτερα, προηγουμένως, παλαιότερα, πριν από (χρόνο), παρά (σε ώρα)
  3. 03 το μπροστινό μέρος, το εμπρόσθιο τμήμα, το εμπρός, η κεφαλή (π.χ. μιας σειράς)
  4. 04 μπροστά, εμπρός
  5. 05 στην παρουσία (κάποιου), μπροστά (σε κάποιον)
  6. 06 προηγούμενος (π.χ. σελίδα), προγενέστερος (π.χ. ραντεβού), πρώτος (π.χ. ημίχρονο), παλαιότερος (π.χ. παράδειγμα)
  7. 07 μερίδα, δόση
  8. 08 εμπρός μέρος (του σώματος ή του ρούχου), στήθος (ενός παλτού, κιμονό κ.λπ.)
  9. 09 γεννητικά όργανα, ιδιωτικά μέρη
  10. 10 ποινικό μητρώο, προηγούμενη καταδίκη, παρελθόν (εγκληματικό)
前後 ぜんご N2

ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα

  1. 01 μπροστά και πίσω, εμπρός και πίσω, μπρος-πίσω
  2. 02 πριν και μετά
  3. 03 περίπου, γύρω στα, κάπου
  4. 04 σειρά, πλαίσιο, συμφραζόμενα
  5. 05 συνέπειες
  6. 06 ακριβώς τη στιγμή που, γύρω στην ώρα
  7. 07 αντιστροφή, αναστροφή, αταξία
  8. 08 συμβαίνω ταυτόχρονα, συνυπάρχω
前後 まえしりえ

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστά και πίσω, εμπρός και όπισθεν
前回 ぜんかい

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 προηγούμενη φορά, τελευταία φορά, προηγούμενη δόση, προηγούμενο επεισόδιο, προηγούμενη συνεδρία
前提 ぜんてい N1

ουσιαστικό

  1. 01 προϋπόθεση, υπόθεση, παραδοχή, συνθήκη, προαπαιτούμενο
  2. 02 πρόθεση, σκοπός, στόχος
  3. 03 προκείμενη
前方 ぜんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστά, εμπρός
  2. 02 με τετράγωνο εμπρόσθιο μέρος
前方 まえかた

επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 προηγουμένως, παλαιότερα
  2. 02 μπροστά, εμπρός
  3. 03 ανώριμος, αδαής
前に進む まえにすすむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 προχωρώ, συνεχίζω
前髪 まえがみ

ουσιαστικό

  1. 01 φράντζα, αφέλειες
前向き まえむき

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 που βλέπει μπροστά
  2. 02 μελλοντοστραφής, θετικός, εποικοδομητικός
前進 ぜんしん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προχώρημα, κίνηση προς τα εμπρός, πρόοδος
前日 ぜんじつ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 προηγούμενη μέρα, ημέρα πριν, παραμονή
ぜん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 προηγούμενος, τέως, πρώην
  2. 02 προ-
  3. 03 πριν
  4. 04 πριν, νωρίτερα
前半 ぜんはん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο ημίχρονο, πρώτο μισό
前者 ぜんしゃ N3

ουσιαστικό

  1. 01 ο πρώτος από τους δύο, αυτός που προαναφέρθηκε
前世 ぜんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαιότητα, προγενέστερη εποχή
前線 ぜんせん

ουσιαστικό

  1. 01 μέτωπο (καιρικό)
  2. 02 πρώτη γραμμή, μέτωπο, πολεμικό μέτωπο, εμπρόσθια περιοχή
前置き まえおき N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόλογος, εισαγωγή, προοίμιο
前々から まえまえから

άλλο

  1. 01 εδώ και πολύ καιρό, από παλιά, πάντα, ήδη, πολύ νωρίτερα
前触れ まえぶれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προειδοποίηση, προγενέστερη ειδοποίηση, προαναγγελία
  2. 02 αγγελιοφόρος, προάγγελος, προπομπός, οιωνός, σημάδι, προμήνυμα