80 αποτελέσματα για «報»

報告 ほうこく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναφορά, πληροφορία
報酬 ほうしゅう N1

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβή, αποζημίωση, ανταμοιβή, αντίτιμο
報告書 ほうこくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτή αναφορά
報う むくう

ρήμα

  1. 01 ανταμείβω, ανταποδίδω, ξεπληρώνω
  2. 02 εκδικιέμαι, παίρνω εκδίκηση
報道 ほうどう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναφορά (ειδήσεων), ρεπορτάζ, ειδήσεις, πληροφορίες, κάλυψη (από τα μέσα ενημέρωσης)
報いる むくいる

ρήμα

  1. 01 ανταμείβω, ανταποδίδω, ξεπληρώνω
  2. 02 εκδικιέμαι, παίρνω εκδίκηση
報復 ほうふく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκδίκηση, αντίποινα, ανταπόδοση, τιμωρία
  2. 02 ανταπόδοση, αντίμετρο
報い むくい

ουσιαστικό

  1. 01 ανταμοιβή, αμοιβή, ανταπόδοση
  2. 02 τιμωρία, ανταπόδοση, αντίποινα
ほう

ουσιαστικό

  1. 01 πληροφορία, νέα, έκθεση, αναφορά
  2. 02 ανταμοιβή, τιμωρία, αντίποινα
報じる ほうじる N1

ρήμα

  1. 01 αναφέρω, ενημερώνω
  2. 02 ανταποδίδω, επιστρέφω
報奨金 ほうしょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματικό πριμ, αμοιβή, επικήρυξη
報道陣 ほうどうじん

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσιογραφικό σώμα, ομάδα δημοσιογράφων
報告会 ほうこくかい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεδρία ενημέρωσης, συνάντηση υποβολής αναφοράς
報道官 ほうどうかん

ουσιαστικό

  1. 01 εκπρόσωπος τύπου, γραμματέας τύπου
報知 ほうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πληροφορία, ειδήσεις, ενημέρωση
報奨 ほうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πριμ, αμοιβή, επιβράβευση, αποζημίωση
報道機関 ほうどうきかん

ουσιαστικό

  1. 01 μέσα ενημέρωσης, τύπος, ειδησεογραφικοί οργανισμοί
報ずる ほうずる N1

ρήμα

  1. 01 αναφέρω, ενημερώνω
  2. 02 ανταποδίδω, ανταμείβω
報道部 ほうどうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα ειδήσεων
報告者 ほうこくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ρεπόρτερ, ομιλητής, πληροφοριοδότης, παρουσιαστής, εισηγητής