431 αποτελέσματα για «実»
実は じつは N3
άλλο, επίρρημα
- 01 στην πραγματικότητα, για να πω την αλήθεια, ειλικρινά, παρεμπιπτόντως, όντως
実際 じっさい N3
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 πραγματικότητα, ακρίβεια, αλήθεια, γεγονός, πραγματικές συνθήκες
- 02 πρακτική (σε αντίθεση με τη θεωρία)
- 03 πραγματικά, όντως, πράγματι, στην πραγματικότητα
- 04 μπουτακότι (το όριο της πραγματικότητας)
実際に じっさいに
επίρρημα
- 01 πραγματικά, όντως, αλήθεια, πράγματι
- 02 στην πράξη, πρακτικά
実に じつに N3
επίρρημα
- 01 πραγματικά, αληθινά, όντως, πολύ, εξαιρετικά, τρομερά
実に げに
επίρρημα
- 01 όντως, πραγματικά, αληθώς
実力 じつりょく N3
ουσιαστικό
- 01 πραγματική ικανότητα, αληθινή δύναμη, αξία, αποδοτικότητα, επάρκεια
- 02 όπλα, δύναμη
実家 じっか N1
ουσιαστικό
- 01 πατρικό
実感 じっかん N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πραγματικό συναίσθημα, αληθινό συναίσθημα, βίωμα
- 02 νιώθω πραγματικά, αισθάνομαι πραγματικά, βιώνω προσωπικά, έχω την πραγματική αίσθηση (ότι...)
実 じつ N1
ουσιαστικό
- 01 αλήθεια, πραγματικότητα
- 02 ειλικρίνεια, τιμιότητα, πίστη
- 03 περιεχόμενο, ουσία
- 04 αποτέλεσμα
実験 じっけん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πείραμα, πειραματισμός
実行 じっこう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτέλεση (π.χ. σχεδίου), διεκπεραίωση, εφαρμογή, υλοποίηση, πραγματοποίηση, εκπλήρωση, ενέργεια, πράξη
- 02 εκτέλεση (προγράμματος), λειτουργία
実現 じつげん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υλοποίηση (π.χ. ενός συστήματος), πραγματοποίηση, εκπλήρωση, πραγμάτωση
実際は じっさいは
άλλο, επίρρημα
- 01 στην πραγματικότητα, στην ουσία, όντως, πράγματι, για να πω την αλήθεια
実戦 じっせん
ουσιαστικό
- 01 μάχη, δράση, ενεργός υπηρεσία, πραγματική μάχη
実在 じつざい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πραγματική ύπαρξη, υπαρκτότητα, το να υπάρχει στην πραγματική ζωή
実績 じっせき N2
ουσιαστικό
- 01 επιτεύγματα, πραγματικά αποτελέσματα, κατορθώματα, προηγούμενα αποτελέσματα, ιστορικό επιδόσεων
実践 じっせん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εφαρμογή, πρακτική εφαρμογή, υλοποίηση
- 02 πράξη
実際のところ じっさいのところ
άλλο, επίρρημα
- 01 στην πραγματικότητα, στην ουσία, πράγματι
実質 じっしつ
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 ουσία, βάση
- 02 ουσιαστικός, ουσιώδης, πραγματικός (π.χ. επιτόκιο)
- 03 κατ' ουσίαν, στην πραγματικότητα, ουσιαστικά, πρακτικά
- 04 παρέγχυμα
実物 じつぶつ N2
ουσιαστικό
- 01 πραγματικό αντικείμενο, πρωτότυπο, αυτό καθαυτό