207 αποτελέσματα για «当»
当然 とうぜん N3
ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα
- 01 φυσικός, σωστός, δίκαιος, πρέπων, λογικός, κατάλληλος, άξιος
- 02 φυσικά, αυτονόητα, δικαίως, βέβαια, εννοείται
当たる あたる N3
ρήμα
- 01 χτυπιέμαι, χτυπάω
- 02 αγγίζω, είμαι σε επαφή, είμαι στερεωμένος
- 03 ισοδυναμώ με, εφαρμόζομαι, ισχύω για
- 04 πέφτω μέσα (σε πρόβλεψη, κριτική κ.λπ.)
- 05 κληρώνομαι (σε λαχείο κ.λπ.), κερδίζω
- 06 έχω επιτυχία, πηγαίνω καλά, γίνομαι επιτυχία
- 07 αντιμετωπίζω, έρχομαι αντιμέτωπος
- 08 βρίσκομαι (στην κατεύθυνση)
- 09 αναλαμβάνω, μου ανατίθεται
- 10 παθαίνω (τροφική δηλητηρίαση, θερμοπληξία κ.λπ.), υποφέρω
- 11 με φωνάζουν (π.χ. ο δάσκαλος)
- 12 συμπεριφέρομαι (ιδιαίτερα σκληρά), ξεσπάω σε
- 13 είμαι περιττός, δεν χρειάζεται
- 14 χτυπάω καλά, έχω ένα σερί επιτυχιών (στο χτύπημα)
- 15 νιώθω δάγκωμα (στο ψάρεμα)
- 16 (για φρούτα κ.λπ.) μελανιάζω, χαλάω
- 17 ανιχνεύω, διερευνώ, ελέγχω (π.χ. με σύγκριση)
- 18 ξυρίζω
- 19 είμαι συγγενής κάποιου, είμαι ο/η ... σε σχέση με τον/την ..., έχω μια σχέση
当たり前 あたりまえ N3
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 φυσικός, λογικός, προφανής
- 02 συνηθισμένος, κοινός, απλός, κοινότυπος, ο κανόνας
当時 とうじ N3
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 τότε, εκείνη την εποχή
当てる あてる N3
ρήμα
- 01 χτυπάω
- 02 εκθέτω
- 03 εφαρμόζω (π.χ. επίθεμα), βάζω, ακουμπάω, κρατάω
- 04 κατανέμω, δίνω τον λόγο (σε κάποιον, π.χ. στην τάξη)
- 05 μαντεύω (μια απάντηση)
- 06 κερδίζω (π.χ. στο λαχείο), πετυχαίνω
当初 とうしょ
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 αρχή, έναρξη
- 02 αρχικά, στην αρχή
当日 とうじつ N2
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 η εν λόγω ημέρα, η καθορισμένη ημέρα, η ίδια εκείνη ημέρα, η ημέρα (της έκδοσης, της δημοσίευσης κ.λπ.)
当然のこと とうぜんのこと
άλλο
- 01 αυτονόητο, το αναμενόμενο, το σύνηθες
当たり あたり
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 χτύπημα
- 02 επιτυχία
- 03 εικασία, πρόβλεψη
- 04 ευγένεια, φιλικότητα
- 05 αίσθηση, αφή
- 06 μελανιά (σε φρούτο)
- 07 ατάρι (στο παιχνίδι Γκο), κατάσταση στην οποία μία πέτρα ή αλυσίδα πετρών μπορεί να συλληφθεί στην επόμενη κίνηση
- 08 τσίμπημα (ψαριού στο αγκίστρι), χτύπημα
- 09 ανά, κάθε
当人 とうにん N1
ουσιαστικό
- 01 το εν λόγω πρόσωπο, ο/η ενδιαφερόμενος/η, ο/η εν λόγω
当分 とうぶん
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 προς το παρόν, για την ώρα
- 02 για λίγο, για κάποιο διάστημα
当の とうの
άλλο
- 01 ο εν λόγω
当事者 とうじしゃ
ουσιαστικό
- 01 ενδιαφερόμενο μέρος, εμπλεκόμενο πρόσωπο, άμεσα ενδιαφερόμενος
当 とう
πρόθημα, ουσιαστικό
- 01 αυτός, ο εν λόγω, ο συγκεκριμένος, ο δικός μας
- 02 δίκαιο, δικαιοσύνη, αμεροληψία
- 03 λογαριασμός όψεως
当面 とうめん
ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα
- 01 τρέχων, επείγων, πιεστικός, επικείμενος
- 02 αντιμετωπίζω (ένα ζήτημα), έρχομαι αντιμέτωπος
- 03 για το άμεσο μέλλον, προς το παρόν
当てはまる あてはまる N2
ρήμα
- 01 εφαρμόζομαι (για κανόνα), ισχύω (για πρότυπα, μαθήματα, ιδέες κ.λπ.), ευσταθώ (π.χ. για περιγραφή), ταιριάζω, αρμόζω (π.χ. για λέξη), καλύπτω (απαιτήσεις), εκπληρώνω (προϋποθέσεις), εμπίπτω (σε κατηγορία)
当主 とうしゅ
ουσιαστικό
- 01 αρχηγός οικογένειας
当然ながら とうぜんながら
άλλο, επίρρημα
- 01 φυσιολογικά, εννοείται, εύλογα
当番 とうばん N2
ουσιαστικό
- 01 υπηρεσία, υπεύθυνος υπηρεσίας, η σειρά κάποιου
当て あて N1
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 σκοπός, αντικείμενο, στόχος, τέλος
- 02 προσδοκίες, προοπτικές, ελπίδες
- 03 κάτι στο οποίο μπορεί κανείς να βασιστεί, στήριγμα
- 04 μεζές (που συνοδεύει αλκοολούχο ποτό)
- 05 επίθεμα, προστατευτικό
- 06 χτύπημα, κτύπημα
- 07 απευθυνόμενος σε, προς
- 08 ανά, για κάθε