103 αποτελέσματα για «抜»

抜ける ぬける N3

ρήμα

  1. 01 βγαίνω, πέφτω, παραλείπομαι, λείπω, ξεφεύγω, χαλαρώνω, λύνομαι
  2. 02 ξεθωριάζω, αποχρωματίζομαι
  3. 03 αποκτώ τρύπα (π.χ. σε ρούχα)
  4. 04 φεύγω, αποχωρώ (π.χ. από μια συνάντηση)
  5. 05 είμαι καθαρός, διαυγής, διαφανής (π.χ. για τον ουρανό)
  6. 06 είμαι αφηρημένος, απρόσεκτος, ανόητος
  7. 07 βγαίνω, εξέρχομαι (από έναν βρόχο προγράμματος)
  8. 08 περνάω μέσα από, διαπερνώ, υποχωρώ, καταρρέω
  9. 09 τερματίζω έναν γύρο με περισσότερους από 88 πόντους (χωρίς να υπολογίζονται οι πόντοι που κερδίζονται από συνδυασμούς σκοραρίσματος)
抜く ぬく N3

ρήμα, επίθημα

  1. 01 τραβώ έξω, βγάζω, εξάγω, αποσυνδέω, ξεριζώνω
  2. 02 παραλείπω, αφήνω απ' έξω, στερούμαι, προσπερνώ
  3. 03 ολοκληρώνω, κάνω διεξοδικά, κάνω εντελώς, κάνω με μεγάλη προσπάθεια
  4. 04 βγάζω (π.χ. αέρα από λάστιχο), αδειάζω (π.χ. νερό από μπανιέρα), εκκενώνω
  5. 05 διαλέγω, επιλέγω, ξεχωρίζω, εξάγω
  6. 06 κλέβω, υπεξαιρώ
  7. 07 αφαιρώ, απαλλάσσομαι, βγάζω
  8. 08 προσπερνώ, ξεπερνώ, προηγούμαι
  9. 09 διαπερνώ, διαρρηγνύω, περνώ μέσα
  10. 10 κόβω (σχήμα), δημιουργώ (μοτίβο) βάφοντας την περιβάλλουσα περιοχή
  11. 11 αρπάζω, συλλαμβάνω, μειώνω
  12. 12 αποκαλύπτω (μια ιστορία αποκλειστικά)
  13. 13 αφαιρώ (πέτρες αντιπάλου, στο γκο)
  14. 14 αυνανίζομαι (για άνδρα), εκσπερματώνω (κατά τον αυνανισμό)
  15. 15 τραβώ (φωτογραφία), καταγράφω (βίντεο)
抜け出す ぬけだす N1

ρήμα

  1. 01 ξεγλιστρώ, το σκάω, ξεφεύγω, απελευθερώνομαι, βγαίνω από (μια δύσκολη κατάσταση)
  2. 02 παίρνω το προβάδισμα, προπορεύομαι
  3. 03 αρχίζω να πέφτω (π.χ. για μαλλιά), αρχίζω να μαδάω
  4. 04 βγαίνω (από έναν βρόχο), διακόπτω
抜き ぬき

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 παραλείπω, αφαιρώ, προσπερνώ, δεν συμπεριλαμβάνω
  2. 02 διαδοχικά, στη σειρά, συνεχόμενα
抜群 ばつぐん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 εξαιρετικός, άριστος, μοναδικός, διακεκριμένος, ασυναγώνιστος, υπέροχος (π.χ. ομορφιά), αξεπέραστος
抜き取る ぬきとる

ρήμα

  1. 01 βγάζω, εξάγω, αφαιρώ
  2. 02 επιλέγω, παίρνω (δείγμα)
  3. 03 κλέβω (το περιεχόμενο κάποιου πράγματος), υπεξαιρώ, κλέβω πορτοφόλι
抜け落ちる ぬけおちる

ρήμα

  1. 01 πέφτω, βγαίνω (π.χ. μαλλιά), καταρρέω (π.χ. κτίριο, πάτωμα)
  2. 02 παραλείπομαι, λείπω
抜かす ぬかす N1

ρήμα

  1. 01 παραλείπω, αφήνω απέξω, προσπερνώ
  2. 02 προσπερνώ, ξεπερνώ
  3. 03 λέω, εκστομίζω
抜け道 ぬけみち

ουσιαστικό

  1. 01 παράδρομος, δρομάκι, κρυφό μονοπάτι, συντομότερος δρόμος, οδός διαφυγής
  2. 02 παραθυράκι (σε νόμο ή κανονισμό), διέξοδος (από μπελάδες), δικαιολογία
抜き出す ぬきだす

ρήμα

  1. 01 επιλέγω, ξεχωρίζω, διαλέγω
  2. 02 εξάγω, βγάζω, τραβώ έξω, αποστάζω
抜け駆け ぬけがけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόληψη άλλων, απόκτηση προβαδίσματος, μυστική δράση πριν από τους υπόλοιπους
  2. 02 μοναχική επιδρομή σε εχθρικό στρατόπεδο (για δόξα)
抜け殻 ぬけがら

ουσιαστικό

  1. 01 απορριπτόμενο δέρμα (φιδιού, εντόμου, κ.λπ.), κέλυφος, άδειο καβούκι, εκδύσιο
抜かり ぬかり

ουσιαστικό

  1. 01 σφάλμα, παράλειψη, αστοχία, αβλεψία
抜刀 ばっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεγύμνωμα σπαθιού, γυμνό σπαθί
抜け出る ぬけでる

ρήμα

  1. 01 γλιστρώ έξω, αποχωρώ κρυφά
  2. 02 ξεχωρίζω, υπερέχω
抜き放つ ぬきはなつ

ρήμα

  1. 01 βγάζω από τη θήκη
抜擢 ばってき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιλογή (από πολλούς ανθρώπους για μια σημαντική θέση), εξαιρετική προαγωγή
抜き身 ぬきみ

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνό σπαθί, ξεθηκαρωμένο σπαθί
  2. 02 οστρακοειδές αφαιρημένο από το κέλυφος
抜き打ち ぬきうち

ουσιαστικό

  1. 01 τραβώ την κατάνα και επιτίθεμαι με την ίδια κίνηση
  2. 02 κάνω κάτι ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, ενεργώ χωρίς προηγούμενη ενημέρωση
抜け目ない ぬけめない

επίθετο

  1. 01 πανούργος, οξύνους, πονηρός, ετοιμόρροπος