51 αποτελέσματα για «担»

担当 たんとう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έχω την αρμοδιότητα (για έναν τομέα ευθύνης), είμαι υπεύθυνος (για έναν εργασιακό ρόλο κ.λπ.)
担う になう N1

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω στον ώμο μου, επωμίζομαι, φέρω, σηκώνω
  2. 02 επωμίζομαι (ένα βάρος, μια ευθύνη κ.λπ.), αναλαμβάνω
担ぐ かつぐ N2

ρήμα

  1. 01 σηκώνω στον ώμο, κουβαλώ στον ώμο
  2. 02 προτείνω για θέση, επιλέγω ως εκπρόσωπο
  3. 03 κοροϊδεύω, ξεγελώ, εξαπατώ
  4. 04 πιστεύω σε προλήψεις, παρασύρομαι από προλήψεις
担当者 たんとうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος (για έναν τομέα εργασίας κ.λπ.), αρμόδιος, άτομο επικοινωνίας
担任 たんにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έχω την ευθύνη (ειδικότερα για μια τάξη ή ένα μάθημα), αναλαμβάνω την ευθύνη
  2. 02 υπεύθυνος τάξης, δάσκαλος τάξης
担ぎ上げる かつぎあげる

ρήμα

  1. 01 σηκώνω ψηλά, μεταφέρω επάνω
  2. 02 ανυψώνω κάποιον σε υψηλή θέση, πείθω κάποιον να αποδεχθεί ένα αξίωμα (κυρίως μέσω κολακείας)
担保 たんぽ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασφάλεια, εγγύηση, εξασφάλιση, υποθήκη
  2. 02 εγγύηση (π.χ. ασφάλειας)
担架 たんか N1

ουσιαστικό

  1. 01 φορείο
担任の先生 たんにんのせんせい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος καθηγητής τμήματος, δάσκαλος τάξης
担い手 にないて

ουσιαστικό

  1. 01 κομιστής, μεταφορέας
  2. 02 υπεύθυνος, αρμόδιος, υποστηρικτής
担任教師 たんにんきょうし

ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος καθηγητής τμήματος, δάσκαλος τάξης
担当医 たんとうい

ουσιαστικό

  1. 01 θεράπων ιατρός, υπεύθυνος ιατρός, ο προσωπικός ιατρός κάποιου
担ぎ込む かつぎこむ

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω σε (ειδικά τραυματισμένο άτομο σε νοσοκομείο), εισάγω, φέρνω μέσα
担ぎ出す かつぎだす

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω κάτι έξω από έναν χώρο
  2. 02 αναδεικνύω κάποιον σε υψηλή θέση, πείθω κάποιον να αναλάβει ένα αξίωμα (συχνά μέσω κολακείας)
  3. 03 αναφέρω κάτι, ανοίγω μια συζήτηση, θίγω ένα θέμα, εγείρω ένα ζήτημα, αναφέρω
担当官 たんとうかん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνικός λειτουργός, υπεύθυνος διαχείρισης υποθέσεων
担ぎ かつぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φορέας
担々麺 タンタンめん

ουσιαστικό

  1. 01 ταντάν μεν, κινεζικό πιάτο από νούντλς (Szechuan) καλυμμένα με σάλτσα από πάστα σουσαμιού και καυτερό λάδι
担当課長 たんとうかちょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος τμήματος
担当部長 たんとうぶちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής τμήματος, προϊστάμενος τομέα, στέλεχος υπεύθυνο για έναν συγκεκριμένο τομέα (ιεραρχικά αμέσως κάτω από τον διευθυντή της διεύθυνσης)
担ぎ棒 かつぎぼう

ουσιαστικό

  1. 01 δοκοί μεταφοράς (φορείο, φορητό ιερό)