21 αποτελέσματα για «拾»

拾う ひろう N4

ρήμα

  1. 01 μαζεύω, συλλέγω, σηκώνω
  2. 02 βρίσκω (κάτι που έπεσε και το σηκώνω)
  3. 03 επιλέγω, διαλέγω
  4. 04 βρίσκω (ανέλπιστα), πετυχαίνω, καταφέρνω, αρπάζω (π.χ. νίκη)
  5. 05 παραλαμβάνω (κάποιον, π.χ. με αυτοκίνητο), παίρνω
  6. 06 σταματάω (π.χ. ταξί), καλώ
  7. 07 λαμβάνω (σήμα, ήχο, παρεμβολή), πιάνω
  8. 08 προλαβαίνω να επιστρέψω (την μπάλα), επιστρέφω (δύσκολο χτύπημα)
  9. 09 προσλαμβάνω, δίνω δουλειά, αναλαμβάνω (π.χ. σε δύσκολες συνθήκες), φιλοξενώ
  10. 10 περπατάω, πηγαίνω με τα πόδια
拾い上げる ひろいあげる

ρήμα

  1. 01 σηκώνω
  2. 02 επιλέγω, εντοπίζω, ξεχωρίζω, επισημαίνω (π.χ. βασικά σημεία σε ένα άρθρο)
拾い集める ひろいあつめる

ρήμα

  1. 01 μαζεύω, περισυλλέγω, συγκεντρώνω (πληροφορίες)
拾い ひろい

ουσιαστικό

  1. 01 μάζεμα, συλλογή, αυτός που μαζεύει πράγματα
  2. 02 στοιχειοθεσία (επιλογή τυπογραφικών στοιχείων)
  3. 03 περπάτημα
拾い物 ひろいもの

ουσιαστικό

  1. 01 εύρημα, αντικείμενο που περισυνελέγη (π.χ. στον δρόμο)
  2. 02 τυχερή εύρεση, τυχερή συγκυρία, απρόσμενο κέρδος, ευκαιρία
拾い食い ひろいぐい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναζήτηση τροφής στα σκουπίδια
拾い出す ひろいだす

ρήμα

  1. 01 ξεχωρίζω, επιλέγω
拾い読み ひろいよみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση μόνο των σημαντικών σημείων, επιλεκτικό διάβασμα, ξεφύλλισμα
  2. 02 ανάγνωση λέξη προς λέξη, ανάγνωση μόνο των κατανοητών σημείων
拾得物 しゅうとくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ευρεθέν αντικείμενο
拾遺 しゅうい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συλλογή υπολειμμάτων, συλλεχθέντα υπολείμματα
拾得 しゅうとく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εύρεση (απολεσθέντος αντικειμένου), περισυλλογή
拾い主 ひろいぬし

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που βρίσκει απολεσθέν αντικείμενο
拾得者 しゅうとくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που βρίσκει απολεσθέν αντικείμενο
拾い屋 ひろいや

ουσιαστικό

  1. 01 ρακοσυλλέκτης
拾い歩き ひろいあるき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιφέρομαι, τριγυρνώ
  2. 02 περπάτημα στο καλύτερο σημείο του δρόμου (για αποφυγή λακκουβών κ.λπ.)
拾い足 ひろいあし

ουσιαστικό

  1. 01 περπάτημα στο στεγνό ή καθαρό σημείο του δρόμου (για την αποφυγή λακκουβών με νερό ή λάσπης)
拾い箸 ひろいばし

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά φαγητού απευθείας από τα ξυλάκια του ενός ατόμου στα ξυλάκια κάποιου άλλου (παραβίαση της εθιμοτυπίας)
拾い目 ひろいめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μάζεμα πόντων (πλέξιμο)
拾い画 ひろいが

ουσιαστικό

  1. 01 εικόνα που βρέθηκε στο διαδίκτυο (σε αντίθεση με μια εικόνα που έχει δημιουργήσει κανείς μόνος του)
拾い子 ひろいご

ουσιαστικό

  1. 01 βρέφος, εγκαταλελειμμένο παιδί