113 αποτελέσματα για «振»

振る ふる N3

ρήμα

  1. 01 κουνάω, τινάζω, ανεμίζω, ταλαντεύω
  2. 02 πασπαλίζω, ραντίζω, ρίχνω (ζάρια)
  3. 03 αναθέτω ρόλο (σε ηθοποιό), αναθέτω (εργασία)
  4. 04 απορρίπτω, αρνούμαι, παρατάω, εγκαταλείπω
  5. 05 εγκαταλείπω, παραιτούμαι, καταστρέφω
  6. 06 προσθέτω κάνα για την ανάγνωση μιας λέξης
  7. 07 αλλάζω ελαφρώς επικεφαλίδες, αλλάζω κατεύθυνση
  8. 08 εκχυλίζω (με ψήσιμο), φτιάχνω αφέψημα, βράζω για εκχύλιση
  9. 09 μεταφέρω με ζήλο (π.χ. ένα φορητό ιερό)
  10. 10 θίγω ένα θέμα, οδηγώ σε ένα θέμα
  11. 11 αντικαθιστώ
  12. 12 στήνω ένα αστείο (για κάποιον άλλον)
振り返る ふりかえる N1

ρήμα

  1. 01 στρέφω το κεφάλι μου, κοιτάζω πίσω από τον ώμο μου, γυρίζω, κοιτάζω πίσω
  2. 02 αναπολώ, σκέφτομαι το παρελθόν, αναλογίζομαι, στοχάζομαι
振り向く ふりむく N2

ρήμα

  1. 01 γυρίζω το πρόσωπό μου, γυρίζω, στρέφομαι, κοιτάζω πίσω από τον ώμο μου
振り回す ふりまわす

ρήμα

  1. 01 χειρίζομαι, κουνώ, κραδαίνω, ανεμίζω
  2. 02 επιδεικνύω, κάνω επίδειξη (π.χ. γνώσεων)
  3. 03 καταχρώμαι (την εξουσία μου)
  4. 04 χειραγωγώ
振るう ふるう

ρήμα

  1. 01 κουνάω, χειρίζομαι (φυσικά), ασκώ
  2. 02 ασκώ (π.χ. εξουσία, ικανότητα), επιδεικνύω, χρησιμοποιώ (μεταφορικά)
  3. 03 ακμάζω, ευδοκιμώ, ευημερώ
振動 しんどう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταλάντωση, δόνηση, κραδασμός, ταλάντευση (π.χ. εκκρεμούς)
振り払う ふりはらう

ρήμα

  1. 01 αποτινάσσω
振り下ろす ふりおろす

ρήμα

  1. 01 κουνάω προς τα κάτω, κατεβάζω (π.χ. σπαθί, γροθιά κ.λπ.)
振り ふり N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 κούνημα, τίναγμα, σάρωμα, ταλάντευση, κυματισμός
  2. 02 εμφάνιση, συμπεριφορά
  3. 03 προσποίηση, ψεύτικη επίδειξη
  4. 04 πελάτης χωρίς κράτηση ή σύσταση
  5. 05 στάσεις χορού
  6. 06 εισαγωγή, προετοιμασία (για αστείο, ερώτηση κ.λπ.)
  7. 07 το άραφο μέρος ενός κρεμαστού μανικιού σε παραδοσιακό ιαπωνικό γυναικείο ένδυμα
  8. 08 μετρητική λέξη για σπαθιά, λεπίδες κ.λπ.
振り上げる ふりあげる

ρήμα

  1. 01 υψώνω (ένα σπαθί, γροθιά κ.λπ.), σηκώνω, πετώ ψηλά, εκσφενδονίζω, ανεβάζω με αιώρηση
振り切る ふりきる

ρήμα

  1. 01 αποτινάζω, ξεφορτώνομαι, ξεφεύγω
  2. 02 ολοκληρώνω την αιώρηση (π.χ. με ρόπαλο), κάνω πλήρες χτύπημα
  3. 03 ξεφεύγω (από διώκτη), απομακρύνομαι
  4. 04 απορρίπτω (αίτημα), αγνοώ
振り絞る ふりしぼる

ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ στο έπακρο (τη φωνή μου, την ενέργειά μου κ.λπ.), επιστρατεύω όλες (μου τις δυνάμεις, το θάρρος μου κ.λπ.), ανακαλώ όλες, καταβάλλω πλήρως, ζορίζω (τη φωνή μου)
振る舞い ふるまい

ουσιαστικό

  1. 01 συμπεριφορά, στάση
  2. 02 περιποίηση, κέρασμα, συμπόσιο
振りかぶる ふりかぶる

ρήμα

  1. 01 υψώνω ψηλά (π.χ. ένα σπαθί), κραδαίνω
振りかざす ふりかざす

ρήμα

  1. 01 υψώνω (ειδικά πάνω από το κεφάλι), ανεμίζω (π.χ. σπαθί), επαιρόμαι
  2. 02 ασκώ (π.χ. δύναμη, εξουσία), διακηρύσσω (τις αρχές μου)
振りまく ふりまく

ρήμα

  1. 01 σκορπίζω, διασπείρω, ραντίζω, διαχέω
  2. 02 ξοδεύω αφειδώς (χρήματα), εκπέμπω αφειδώς (γοητεία κ.ά.)
振舞う ふるまう N2

ρήμα

  1. 01 συμπεριφέρομαι, δρω, ενεργώ
  2. 02 κερνάω, τρατάρω (κάποιον με φαγητό ή ποτό), φιλεύω (π.χ. σε γεύμα)
振りほどく ふりほどく

ρήμα

  1. 01 τινάzω και ξεμπλέκω, τινάζομαι για να ελευθερωθώ
振り落とす ふりおとす

ρήμα

  1. 01 τινάζω, αποτινάσσω, απορρίπτω
振り乱す ふりみだす

ρήμα

  1. 01 ανακατεύω (μαλλιά)