8 αποτελέσματα για «掴»

掴む つかむ N3

ρήμα

  1. 01 πιάνω, αρπάζω, κρατώ, συλλαμβάνω, σφίγγω
  2. 02 αποκτώ, παίρνω, κερδίζω, συλλαμβάνω
  3. 03 καταλαβαίνω, κατανοώ
掴み取る つかみとる

ρήμα

  1. 01 αρπάζω, συλλαμβάνω
  2. 02 αποκτώ, κατακτώ
掴みかかる つかみかかる

ρήμα

  1. 01 ορμάω για να πιάσω, αρπάζομαι από, επιχειρώ να αδράξω
掴み つかみ

ουσιαστικό

  1. 01 λαβή, πιάσιμο
  2. 02 κατοχή όλων των απαραίτητων φύλλων για τον σχηματισμό ενός κερδοφόρου συνδυασμού στο χέρι του παίκτη
掴み投げ つかみなげ

ουσιαστικό

  1. 01 λαβή και ρίψη
掴み上げる つかみあげる

ρήμα

  1. 01 αρπάζω προς τα πάνω, σηκώνω αρπάζοντας
掴ませる つかませる

ρήμα

  1. 01 αφήνω κάποιον να κρατήσει, κάνω κάποιον να αδράξει
  2. 02 δωροδοκώ, λαδώνω, εξαγοράζω
  3. 03 πασάρω, φορτώνω κάτι σε κάποιον, ξεφορτώνομαι κάτι σε κάποιον με πονηριά
  1. 01 πιάνω
  2. 02 αρπάζω
  3. 03 πιάνω
  4. 04 κρατάω
  5. 05 συλλαμβάνω
  6. 06 συλλαμβάνω