35 αποτελέσματα για «掻»

掻く かく N3

ρήμα

  1. 01 ξύνω
  2. 02 ιδρώνω
  3. 03 σκάβω, κωπηλατώ
掻き分ける かきわける

ρήμα

  1. 01 παραμερίζω, διασχίζω σπρώχνοντας
掻き立てる かきたてる

ρήμα

  1. 01 αναδεύω, σκαλίζω (τη φωτιά), χτυπώ (ένα αυγό)
  2. 02 εγείρω (ενδιαφέρον, συναισθήματα κ.λπ.), υποκινώ, τροφοδοτώ, πυροδοτώ, εξάπτω, διεγείρω
掻き消える かききえる

ρήμα

  1. 01 εξαφανίζομαι, χάνομαι σαν να μην υπήρξα ποτέ
掻い潜る かいくぐる

ρήμα

  1. 01 γλιστρώ μέσα από, περνώ κρυφά, αποφεύγω
掻き毟る かきむしる

ρήμα

  1. 01 ξεριζώνω, τραβώ με δύναμη, γρατζουνίζω και ξεκολλώ
掻っ攫う かっさらう

ρήμα

  1. 01 αρπάζω και φεύγω, κλέβω, βουτάω
  2. 02 ξεθάβω, αφαιρώ με φτυάρι (άμμο, χώμα, κ.λπ.)
掻き切る かききる

ρήμα

  1. 01 κόβω, σχίζω, διασχίζω
掻い摘む かいつまむ

ρήμα

  1. 01 συνοψίζω, συντομεύω
掻き かき

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 χέρι (κολύμβηση), αιώρηση χεριού
  2. 02 προσθέτει ένταση ή έμφαση σε ρήματα
掻っ切る かっきる

ρήμα

  1. 01 κόβω, σχίζω, χαράζω
掻っ捌く かっさばく

ρήμα

  1. 01 κόβω, σχίζω, ανοίγω με τομή
掻痒 そうよう

ουσιαστικό

  1. 01 φαγούρα, κνησμός
掻い込む かいこむ

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω υπό μάλης
  2. 02 αποκομίζω υγρό με κίνηση σάρωσης
掻っ払う かっぱらう

ρήμα

  1. 01 κλέβω, αρπάζω, βουτάω, σηκώνω
掻き落とす かきおとす

ρήμα

  1. 01 αποξέω, ξύνω για να απομακρύνω
  2. 02 αποκεφαλίζω, κόβω το κεφάλι κάποιου
掻っ払い かっぱらい

ουσιαστικό

  1. 01 κλεψιά, άρπαγμα, κλοπιμαίο, μικροκλοπή
  2. 02 κλέφτης, μικροκλεπταποδόχος, πορτοφολάς
掻爬 そうは

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόξεση
掻き退ける かきのける

ρήμα

  1. 01 παραμερίζω, σπρώχνω στην άκρη, παραχώνω (φύλλα)
掻い撫で かいなで

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 επιφανειακός (γνώση, μάθηση κ.λπ.), ρηχός