28 αποτελέσματα για «握»

握る にぎる N3

ρήμα

  1. 01 κρατάω σφιχτά, σφίγγω, αρπάζω
  2. 02 έχω (την απάντηση), κρατάω (π.χ. τη λύση), είμαι το κλειδί, είμαι ο λόγος
  3. 03 καταλαμβάνω (την εξουσία), κρατάω (τα ηνία), κυριαρχώ, ελέγχω
  4. 04 φτιάχνω (νιγκιρίζουσι, ρυζόμπαλα κ.λπ.), σχηματίζω (με τα χέρια), πιέζω για να δώσω σχήμα, πλάθω
握手 あくしゅ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειραψία
  2. 02 συμφιλίωση, ένωση χεριών, συνεργασία
握り締める にぎりしめる

ρήμα

  1. 01 σφίγγω (κάτι)
握り返す にぎりかえす

ρήμα

  1. 01 ανταποδίδω το σφίξιμο του χεριού, σφίγγω πίσω το χέρι κάποιου
握りつぶす にぎりつぶす

ρήμα

  1. 01 συνθλίβω με τα χέρια
  2. 02 ακυρώνω μια πρόταση, βάζω στο αρχείο, παραμερίζω, απορρίπτω, πνίγω
握力 あくりょく

ουσιαστικό

  1. 01 λαβή, δύναμη λαβής
握手を交わす あくしゅをかわす

άλλο, ρήμα

  1. 01 χειραψία ανταλλάσσω, δίνω τα χέρια με κάποιον
握り合う にぎりあう

ρήμα

  1. 01 σφίγγω τα χέρια ο ένας του άλλου, συμπλέκω (π.χ. τα δάχτυλα)
握り込む にぎりこむ

ρήμα

  1. 01 σφίγγω, πιάνω γερά, στριμώχνω
握り にぎり

ουσιαστικό

  1. 01 πιάσιμο, λαβή, σφίξιμο
  2. 02 μια χούφτα
  3. 03 χειρολαβή, πόμολο
  4. 04 ονιγκίρι, μπάλα ρυζιού
  5. 05 νιγκιρίζουσι, σούσι πλασμένο με το χέρι που περιλαμβάνει γαρνιτούρα από θαλασσινά κ.ά.
  6. 06 νιγκίρι, η διαδικασία καθορισμού του παίκτη που παίζει με τα μαύρα στο γκο, παίρνοντας μια χούφτα λευκές πέτρες και μαντεύοντας αν το πλήθος τους είναι μονό ή ζυγό χρησιμοποιώντας μία ή δύο μαύρες πέτρες
握り拳 にぎりこぶし

ουσιαστικό

  1. 01 σφιγμένη γροθιά
握り飯 にぎりめし

ουσιαστικό

  1. 01 ονιγκίρι, μπάλα ρυζιού
握らす にぎらす

ρήμα

  1. 01 αφήνω κάποιον να κρατήσει το χέρι μου
握手会 あくしゅかい

ουσιαστικό

  1. 01 εκδήλωση χειραψίας, συνεδρία χειραψίας, εκδήλωση όπου είναι δυνατή η χειραψία με διασημότητα, αθλητή, αστέρα της ποπ κ.λπ.
握り手 にぎりて

ουσιαστικό

  1. 01 τσιγκούνης, σφιχτοχέρης
  2. 02 αυτός που φτιάχνει νιγκιρίζουσί
  3. 03 χειρολαβή, λαβή, πόμολο
握力計 あくりょくけい

ουσιαστικό

  1. 01 δυναμόμετρο χειρός
握りつぶし にぎりつぶし

ουσιαστικό

  1. 01 παραπομπή στις καλένδες, αρχειοθέτηση, παραμέληση
  2. 02 στραγγαλισμός, πνιγμός, σύνθλιψη
握り箸 にぎりばし

ουσιαστικό

  1. 01 το κράτημα των ξυλιών φαγητού σαν να κρατά κανείς μπαστούνι (παραβίαση του εθιμοτυπικού)
握り屋 にぎりや

ουσιαστικό

  1. 01 τσιγκούνης, σφιχτοχέρης
握り屁 にぎりぺ

ουσιαστικό

  1. 01 η πράξη του να κλείνει κανείς μια πορδή στη χούφτα του, η φυλάκιση πορδής με την παλάμη