49 αποτελέσματα για «揺»

揺れる ゆれる N4

ρήμα

  1. 01 κουνιέμαι, ταλαντεύομαι, λικνίζομαι, αιωρούμαι, τρέμω, τραντάζομαι, κλυδωνίζομαι, τρεμοπαίζω
  2. 02 γίνομαι ασταθής, αναστατώνομαι, κλονίζομαι, διστάζω, ταλαντεύομαι
揺らす ゆらす

ρήμα

  1. 01 κουνάω, λικνίζω, ταρακουνάω, αιωρώ
揺さぶる ゆさぶる N1

ρήμα

  1. 01 κουνάω, τραντάζω, λικνίζω, αιωρώ, ταλαντεύω
  2. 02 κλονίζω, συγκλονίζω, αναστατώνω, ταράζω, σοκάρω
  3. 03 αποσυντονίζω τον χτυπητή (με εναλλαγή των ρίψεων)
揺らぐ ゆらぐ N1

ρήμα

  1. 01 κουνιέμαι, ταλαντεύομαι, σείμαι, τρέμω
  2. 02 διστάζω, κλονίζομαι, γίνομαι ασταθής
揺する ゆする

ρήμα

  1. 01 κουνώ, τραντάζω, λικνίζω (κούνια), αιωρώ
  2. 02 εκβιάζω, αποσπώ χρήματα, καταδυναστεύω
揺れ ゆれ

ουσιαστικό

  1. 01 τρέμουλο, δόνηση, σεισμική δόνηση, τρεμόπαιγμα
  2. 02 αβεβαιότητα, αστάθεια, δισταγμός, ταλάντευση
  3. 03 ύπαρξη πολλαπλών ορθογραφιών, προφορών, χρήσεων κ.λπ. για μια λέξη
揺る ゆる

ρήμα

  1. 01 ταλαντεύω, σείω, κουνώ, λικνίζω (κούνια)
揺らめく ゆらめく

ρήμα

  1. 01 τρεμοπαίζω, σείω, κλονίζομαι, ταλαντεύομαι
揺るぐ ゆるぐ

ρήμα

  1. 01 τρέμω, κλονίζομαι, σείω
揺るがす ゆるがす

ρήμα

  1. 01 ρακονίζω, κουνώ, ταλαντεύω, συγκλονίζω
揺れ動く ゆれうごく

ρήμα

  1. 01 σειέμαι, τρέμω, ταλαντεύομαι, τρεμοπαίζω
  2. 02 είμαι αναποφάσιστος, είμαι ασταθής, παρουσιάζω διακυμάνσεις, διστάζω (π.χ. ανάμεσα σε επιλογές), ταλαντεύομαι, πηγαινοέρχομαι
揺らぎ ゆらぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τρέμουλο, ανακίνηση, φτερούγισμα
  2. 02 στατιστική διακύμανση
揺るぎない ゆるぎない

επίθετο

  1. 01 σταθερός, γερός, ακλόνητος, αμετακίνητος, ακλόνητος
揺り動かす ゆりうごかす

ρήμα

  1. 01 ρακονίζω, κουνώ, λικνίζω, ταλαντεύω
ゆり

ουσιαστικό

  1. 01 ταλάντωση, τρεμόπαιγμα, τράνταγμα, σεισμική δόνηση
揺るぎ ゆるぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τρέμουλο, ταλάντευση
揺さぶりをかける ゆさぶりをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσπαθώ να κλονίσω κάποιον, φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση
揺り起こす ゆりおこす

ρήμα

  1. 01 ξυπνώ κάποιον κουνώντας τον
揺らめき ゆらめき

ουσιαστικό

  1. 01 τρέμουλο, λίκνισμα
揺すぶる ゆすぶる

ρήμα

  1. 01 κουνώ, τραντάζω, λικνίζω, ταλαντεύω