55 αποτελέσματα για «損»
損 そん N3
ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα
- 01 απώλεια, ζημιά, βλάβη, ασύμφορος
- 02 μειονέκτημα, δυσμενής
損ねる そこねる
ρήμα, άλλο
- 01 βλάπτω, πληγώνω, τραυματίζω, καταστρέφω
- 02 χάνω την ευκαιρία να (κάνω κάτι), αποτυγχάνω να (κάνω αυτό που όφειλα)
損なう そこなう
ρήμα, επίθημα
- 01 βλάπτω, πληγώνομαι, τραυματίζω, προκαλώ ζημιά, καταστρέφω, αμαυρώνω, χαλάω
- 02 αποτυγχάνω να πράξω, σφάλλω, χάνω την ευκαιρία να πράξω
- 03 παρ' ολίγον να πράξω, πλησιάζω στο να πράξω
損傷 そんしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ζημιά, βλάβη
損害 そんがい N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ζημία, βλάβη, απώλεια
損失 そんしつ N1
ουσιαστικό
- 01 απώλεια (περιουσιακών στοιχείων, κέρδους κ.λπ.)
損する そんする
ρήμα
- 01 χάνω (χρήματα κ.λπ.), υφίσταμαι ζημία, χάνω μια ευκαιρία, βγαίνω χαμένος
- 02 σπαταλάω (τον χρόνο, τις προσπάθειές μου κ.λπ.), καθιστώ μάταιο, καταλήγω στο μηδέν, δεν οδηγώ πουθενά
- 03 νιώθω απογοητευμένος (π.χ. επειδή έχασα κάτι), υφίσταμαι μια (αντιληπτή) απώλεια, νιώθω αποκαρδιωμένος (π.χ. επειδή δεν πήγαν τα πράγματα όπως ήθελα), βγαίνω χαμένος
- 04 βλάπτω, προκαλώ ζημιά, καταστρέφω, ερειπώνω
損得 そんとく N2
ουσιαστικό
- 01 ζημία και κέρδος, πλεονέκτημα και μειονέκτημα
損壊 そんかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ζημιά, καταστροφή
損耗 そんもう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φθορά, απώλεια
損じる そんじる
ρήμα
- 01 βλάπτω, πληγώνω, τραυματίζω, προκαλώ ζημιά
損害を与える そんがいをあたえる
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ ζημιά, βλάπτω, ζημιώνω
損得勘定 そんとくかんじょう
ουσιαστικό
- 01 υπολογισμός κέρδους και ζημίας, λογική συμφέροντος, καιροσκοπική οπτική γωνία
損害賠償 そんがいばいしょう
ουσιαστικό
- 01 αποζημίωση, αποκατάσταση ζημίας, επανόρθωση
損になる そんになる
άλλο, ρήμα
- 01 υφίσταμαι ζημιά, βρίσκομαι σε μειονεκτική θέση, δεν συμφέρει
損害を被る そんがいをこうむる
άλλο, ρήμα
- 01 υφίσταμαι ζημία
損益 そんえき
ουσιαστικό
- 01 κέρδη και ζημίες, πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα
損じ そんじ
ουσιαστικό
- 01 ολίσθημα, σφάλμα, αποτυχία
損切り そんぎり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περικοπή ζημιών, περιορισμός ζημιών
損害額 そんがいがく
ουσιαστικό
- 01 ύψος αποζημίωσης ή ζημίας