60 αποτελέσματα για «煮»

煮る にる N3

ρήμα

  1. 01 σιγοβράζω, βράζω, μαγειρεύω σε ζωμό
煮込む にこむ

ρήμα

  1. 01 σιγοβράζω, μαγειρεύω για πολλή ώρα
  2. 02 μαγειρεύω διάφορα υλικά μαζί
煮える にえる N3

ρήμα

  1. 01 βράζω, μαγειρεύομαι
煮物 にもの

ουσιαστικό

  1. 01 νιμόνο, φαγητό που παρασκευάζεται με βράσιμο ή σιγοβράσιμο
煮えたぎる にえたぎる

ρήμα

  1. 01 βράζω, είμαι καυτός σαν να βράζω, κοχλάζω

επίθημα, ουσιαστικό

  1. 01 σιγοβρασμένος με, μαγειρεμένος με
  2. 02 βρασμός, βραστό φαγητό
煮詰める につめる

ρήμα

  1. 01 βράζω μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά, συμπυκνώνω (σούπα, γάλα, ζωμό, κ.λπ.)
  2. 02 καταλήγω σε συμπέρασμα, ολοκληρώνω μια συζήτηση
煮え切らない にえきらない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ημιτελής, ασαφής, μισόκαρδος, αναποφάσιστος
煮込み にこみ

ουσιαστικό

  1. 01 νικόμι (βραστό φαγητό), στιφάδο
煮詰まる につまる

ρήμα

  1. 01 βράζω μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά
  2. 02 φτάνω σε αδιέξοδο, βαλτώνω
  3. 03 πλησιάζω σε ολοκλήρωση (συζήτησης, έρευνας κ.λπ.)
煮立つ にたつ

ρήμα

  1. 01 βράζω, σιγοβράζω
煮るなり焼くなり にるなりやくなり

επίρρημα, άλλο

  1. 01 όπως θέλεις, με όποιον τρόπο επιθυμείς, κατά βούληση
煮付け につけ

ουσιαστικό

  1. 01 λαχανικά ή ψάρι βρασμένα σε σάλτσα σόγιας
煮えくり返る にえくりかえる

ρήμα

  1. 01 βράζω, κοχλάζω
煮炊き にたき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαγείρεμα
煮え湯を飲まされる にえゆをのまされる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προδίδομαι
  2. 02 υφίσταμαι δεινοπάθεια (από εχθρό), περνώ δύσκολες στιγμές
煮え立つ にえたつ

ρήμα

  1. 01 βράζω, φτάνω σε σημείο βρασμού
  2. 02 κοχλάζω (από θυμό κ.λπ.), οργίζομαι
煮汁 にじる

ουσιαστικό

  1. 01 ζωμός, σάλτσα μαγειρέματος
煮出す にだす

ρήμα

  1. 01 εκχυλίζω την ουσία μέσω βρασμού, εξάγω τη γεύση, παρασκευάζω αφέψημα
煮沸 しゃふつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βρασμός